«Δεν θα πάψουμε να εξερευνούμε και η κατάληξη των εξερευνήσεων μας θα είναι να επιστρέψουμε εκεί που ξεκινήσαμε Και να γνωρίσουμε τον τόπο για πρώτη φορά». T.S. Eliot

Τρία φαίνεται να είναι τα μεγάλα μέτωπα της βασικής επιστήμης:

1) Το μέγα

Ο μεγάκοσμος του Σύμπαντος (ή μήπως πρέπει να λέμε των Συμπάντων;) συνεχίζει να μας εκπλήσσει, να μας θέτει θεμελιώδη ερωτήματα και να διευρύνει τους πνευματικούς μας ορίζοντες, καθώς αποκαλύπτεται –ο Κόσμος ο Μέγας– όλο και μεγαλύτερος απ’ όσο προηγουμένως νομίζαμε. Ξεκινήσαμε από τη Γη κέντρο του Σύμπαντος, συνεχίσαμε με το Ηλιακό Σύστημα κέντρο του Σύμπαντος για να διαπιστώσουμε τη φύση του Γαλαξία μας με τα εκατό δισεκατομμύρια άστρα σαν τον Ήλιο μας και να θεωρήσουμε ότι ο Γαλαξίας μας είναι το Σύμπαν.

Ξέρουμε σήμερα ότι το ορατό Σύμπαν περιέχει περίπου 100 δισεκατομμύρια γαλαξίες σαν το δικό μας, η δε αποδεκτή εκδοχή της θεωρίας του Big Bang προβλέπει ότι υπάρχουν τρισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων Σύμπαντα σαν το δικό μας ορατό Σύμπαν. Αλλά η πιο εκπληκτική διαπίστωση είναι ότι η γνωστή ύλη, που θεωρούσαμε μέχρι πρόσφατα ότι αποτελεί όλο το Σύμπαν, δεν είναι παρά το 5% της συνολικής ύλης του Σύμπαντος, και το υπόλοιπο 95% απομένει να βρεθεί τι είναι.

2) Το απειροελάχιστο

Το ταξίδι της ανθρώπινης διάνοιας προς το αφάνταστα μικρό, που το ξεκίνησαν οι Λεύκιππος και Δημόκριτος και που έδωσε τόσο πλούσιους καρπούς και μας επέτρεψε να κατανοήσουμε τον Κόσμο από το επίπεδο των κουάρκ μέχρι το Σύμπαν (σχεδόν), δεν έχει σταματήσει. Προσπαθούν οι φυσικοί σήμερα να βρουν αν τα κουάρκ και τα ηλεκτρόνια και τα άλλα στοιχειώδη σωμάτια είναι εκφάνσεις κάποιων αντικειμένων πολύ, πολύ, πολύ πιο μικρών – των λεγόμενων χορδών. Με τις χορδές ελπίζουμε να συνθέσουμε μια νέα θεωρία που θα παντρεύει επιτυχώς τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας με την Κβαντομηχανική και έτσι να αποκτήσουμε μια ακόμη βαθύτερη κατανόηση για τη Βαρύτητα. Ίσως τότε να μπορέσουμε να απαντήσουμε ερωτήματα σχετικά με το τι συμβαίνει στο εσωτερικό μιας Μαύρης Τρύπας, ή πώς ακριβώς ξεκίνησε το Big Bang. Και ίσως να προσεγγίσουμε τα άλυτα μυστήρια του Μεγάκοσμου έχοντας κατανοήσει τη Βαρύτητα στο επίπεδο του απειροελάχιστου. Ας μην ξεχνάμε ότι η γέννηση της σύγχρονης επιστήμης ξεκίνησε με την Βαρύτητα (δηλαδή την θεωρία της παγκόσμιας έλξης) συνεχίστηκε (μεταξύ άλλων) με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας και ενδεχομένως να καταλήξει με την πραγματοποίηση του ονείρου για μια Θεωρία των Πάντων. Θα ακολουθήσουμε άραγε την ελικοειδή πορεία (από τη βαρύτητα στη βαρύτητα), που διατυπώνει τόσο μεστά ο Τ.S. Eliot στην αρχή αυτής της ενότητας;

3) Το περίπλοκο

Το μέτωπο αυτό αφορά κυρίως το άγνωστο μέσα μας και γύρω μας. Αφορά, δηλαδή, το αφάνταστα περίπλοκο αλλά και τόσο θαυμαστό φαινόμενο της Ζωής. Παρ’ όλη την τεράστια πρόοδο που έχει γίνει στη μελέτη και την κατανόηση της ζώσας ύλης, δεν είμαστε ακόμη παρά μόνο στην αρχή. Η βιολογία συνεπικουρούμενη από τη χημεία, τη φυσική και την τεχνολογία έχει να διανύσει ένα πολύ μακρύ αλλά συναρπαστικό δρόμο πριν φτάσει στο σημείο να κατακτήσει μια κάπως ολοκληρωμένη εικόνα του φαινομένου της Ζωής και να είναι σε θέση να το ελέγξει.

Το μέτωπο του περίπλοκου έχει επίσης και μια άλλη διάσταση. Αυτή της καινοφανούς ανθρωπογενούς ύλης, όπως είναι, π.χ., ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ένα λέιζερ, ή ένα φάρμακο. Αυτό το μέτωπο αναπτύσσεται ραγδαία τροφοδοτούμενο και από πρακτικές ανάγκες αλλά και από καθαρή επιστημονική περιέργεια. Ίσως δεν είναι πολύ μακριά η μέρα που η ανάπτυξη ανθρωπογενούς περίπλοκης ύλης αποκτήσει σημαντική επαφή με το μέτωπο της ζώσας ύλης, πράγμα που μπορεί να σηματοδοτήσει την απαρχή μιας νέας επιστημονικής και τεχνολογικής επανάστασης. Προς το παρόν πάντως νέες, πρωτόγνωρες δομές της ύλης δημιουργούνται καθημερινά συνδυάζοντας ύλη και φως (λέιζερ), εξερευνώντας όλο και πιο μικρές διαστάσεις (νανοτεχνολογία), συνθέτοντας χημικά νέα μόρια (φάρμακα), και δημιουργώντας νέα σύνθετα υλικά (τα λεγόμενα μεταϋλικά) που εμφανίζουν καινοφανείς ιδιότητες (που κανένα από τα συστατικά τους δεν έχει).

Θα συμμετάσχει η Ελλάδα ουσιαστικά στη δημιουργία νέας επιστημονικής γνώσης;

Αν ξανακοιτάξει κανείς τις εποχές στις οποίες άνθισε η δημιουργία σημαντικής επιστημονικής γνώσης, μπορεί να επισημάνει μερικούς παράγοντες που έπαιξαν θετικό ρόλο. Θα αναφέρω κάποιους τέτοιους παράγοντες (με μεγάλη επιφύλαξη) και θα εξετάσω αν και κατά πόσο είναι παρόντες στη σύγχρονη Ελλάδα:

1) Περιέργεια και ενδιαφέρον για την κατανόηση του Κόσμου και εκτίμηση για τους σκαπανείς της Επιστήμης από κάποιο σημαντικό (σε μέγεθος) τμήμα της κοινωνίας;

Ούτε στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες και πολύ περισσότερο στην ελληνική κοινωνία δεν υφίσταται αυτό το ενδιαφέρον και αυτή η εκτίμηση. Άλλα είναι σήμερα τα πρότυπα. Έδυ σου Επιστήμη η θέλξη και δεν προβλέπεται ανατολή (τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον και για την πλειονότητα της κοινωνίας). Ίσως με συντονισμένες προσπάθειες από πολλές πλευρές να διατηρηθεί η φλόγα ζωντανή σε κάποιο μικρό αλλά όχι αμελητέο τμήμα του πληθυσμού.

Δεν θα πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι αυτός ο παράγοντας υπήρχε σε κάποιες εποχές. Για παράδειγμα, στις ιταλικές πόλεις της Αναγέννησης ο μαθηματικός της πόλης προσέλκυε ανάλογο ενδιαφέρον με αυτό που αποδίδεται σήμερα από τις σύγχρονες κοινωνίες στις ποδοσφαιρικές ομάδες.

2) Ενδιαφέρονται οι νέοι να κατανοήσουν τον Κόσμο;

Στη μεγάλη τους πλειονότητα, όχι. Ενδιαφέρονται κυρίως για να μπουν στα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Και όταν μπουν (ακόμη και με βαθμούς πολύ κάτω της βάσης), ζουν σε ένα κλίμα χαλάρωσης, καταλήψεων, φθοράς της δημόσιας περιουσίας συμμετέχοντας στο αλισβερίσι της στείρας και ανεύθυνης κομματικής εξουσίας (όντας, οι ακτιβιστές εξ αυτών, κατά το δοκούν, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, επανάσταση με εξασφαλισμένη ατιμωρησία).

Αυτός ο μοναδικός στον κόσμο αυτοτραυματισμός του μέλλοντός μας δεν είναι πια καιρός να σταματήσει;

3) Υπάρχει ενδιαφέρον για ουσιαστική εκπαίδευση ποιότητας;

Όχι αρκετό. Ο κύριος στόχος για την συντριπτική πλειονότητα είναι η απόκτηση του διπλώματος, ανεξάρτητα του τι αυτό αντιπροσωπεύει.

4) Υπάρχει ιδιωτική στήριξη της δημιουργίας επιστημονικής γνώσης (άμεσα ή μέσω της ανωτάτης εκπαίδευσης);

Τελείως αμελητέα. Ούτε καν το διανοείται το συντριπτικό ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας.

5) Στηρίζει το κράτος τη δημιουργία επιστημονικής γνώσης;

Υπάρχει κάποια στήριξη κυρίως μέσω των κοινοτικών κονδυλίων. Παρ’ όλη αυτή την εισροή, εξακολουθούμε να είμαστε τελευταίοι μεταξύ των 15 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6) Αποδίδει η πολιτική και η άλλη ηγεσία της χώρας αξία στην επιστημονική γνώση και στη δημιουργία της;

Ελάχιστη, για να μην πω καθόλου. Πού και πού, υπάρχει μια άνευ αντικρίσματος ρητορεία για τη σημασία της γνώσης στην εποχή μας.

7) Στηρίζει η βιομηχανία τη δημιουργία εφαρμοσμένης επιστημονικής γνώσης;

Στην ουσία, όχι. Το ποσοστό που διατίθεται εντός των επιχειρήσεων είναι μικρότερο του ένα τοις χιλίοις (1‰) του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Στη Φινλανδία, την οποία θέλουμε να αντιγράψουμε στο νομικό, αλλά όχι στο ουσιαστικό επίπεδο, το αντίστοιχο ποσοστό είναι τουλάχιστον 25‰.

8) Εισάγουμε κορυφαίους αλλοδαπούς επιστήμονες;

Όχι, βέβαια. Κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποτρέψουμε ακόμη και αυτούς τους ελάχιστους από την Ευρωπαϊκή Ένωση που κατά καιρούς εκδηλώνουν ενδιαφέρον. Εισάγουμε, όμως, αλλοδαπούς προπονητές, ποδοσφαιριστές, μπασκετμπολίστες κ.ά. Εξάγουμε δε, de facto, τους πιο άξιους Έλληνες επιστήμονες.

9) Υπάρχει κλίμα θεμελιωμένης αυτοπεποίθησης και ριζοσπαστικής καινοτομίας;
Προφανώς, όχι. Περιμένουμε παθητικά σχεδόν όλοι μας τη λύση των προβλημάτων από το κράτος, το οποίο παράλληλα κατηγορούμε για ανίκανο και διεφθαρμένο.

10) Επικοινωνούμε με τον προηγμένο Κόσμο;

Στο θέμα αυτό υπάρχει σημαντική βελτίωση και λόγω INTERNET και λόγω ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

 

Έδυ σου, Ελλάς, η επιστημονική ελπίδα;

 «Λίγο ψηλότερα,

ας σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

Γ. Σεφέρης

 

Διατηρώ μια μικρή φλογίτσα αισιοδοξίας, διότι:

i) Υπάρχουν επιστημονικοί θύλακες στην Ελλάδα που παράγουν αξιόλογα, αν όχι πρωτοποριακά, αποτελέσματα. Ένα μικρό θαύμα δεδομένων των συνθηκών.

ii) Η ζωή στην Ελλάδα έχει ελκυστικές όψεις που τις απολαμβάνουμε εδώ και τώρα ως άτομα αλλά δεν τις αξιοποιούμε για το μέλλον. Η χώρα μας είναι προικισμένη μ’ ένα εξαίρετο κλίμα, μια σπάνια φυσική ομορφιά και ένα ένδοξο παρελθόν. Μιλάμε ακόμη τη γλώσσα εκείνων που απογείωσαν τον ανθρώπινο πολιτισμό και διατηρούμε ανθρωπιά στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας (όχι, όμως, στις επαγγελματικές μας συναλλαγές, δημόσιες ή ιδιωτικές, οι οποίες αποτελούν ένα από τα πιο αρνητικά στοιχεία της ζωής στην Ελλάδα).

iii) Ίσως, αφού κορεσθεί η δίψα (ή σταματήσει η δυνατότητα) για υπέρμετρο καταναλωτισμό, να στραφούμε στα πιο ουσιώδη. Αρκεί να μη χαθεί η μαγιά και να μην ξεχασθεί η παρότρυνση του ποιητή Γ. Σεφέρη:

«Λίγο ψηλότερα, ας σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

 

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από την ομιλία του κ. Οικονόμου με τίτλο «Επιστήμη, Που εδυ σου η έλξη» που θα κυκλοφορήσει στη σειρά διά-λεξις από τις Εκδόσεις ΕΥΡΑΣΙΑ

Λευτέρης Οικονόμου, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης