Η παλιά διαμάχη επανέρχεται. Η σημασία των τεχνών και των ανθρωπιστικών επιστημών εμφανίζεται και πάλι στο προσκήνιο. Οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται τη σημασία που έχουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες σήμερα. Σε ένα σενάριο όπου η μελέτη της τέχνης και της επιστήμης θεωρείται σε μεγάλο βαθμό δευτερεύουσα στην ατζέντα πολλών χωρών θα πρέπει να θεωρήσουμε πως οι επιστήμες αυτές πεθαίνουν. Στον αγώνα για το κέρδος, ίσως έχουμε ξεχάσει τη σημασία τους. Μήπως πρέπει να σκεφτούμε περισσότερο το νόημα αυτών των σπουδών και τη σημασία τους για τον εαυτό μας, την κοινωνία μας και μια βιώσιμη οικονομία;

Ως επακόλουθο της παγκόσμιας ύφεσης, οι πολιτικοί σε πολλές χώρες έδωσαν προτεραιότητα στις επενδύσεις σε ακαδημαϊκές περιοχές με υψηλή βιομηχανική παραγωγή, όπως η επιστήμη και η μηχανολογία, για να επιτρέψουν την πρόοδο της καινοτομίας, να προσομοιώσουν την οικονομική ανάπτυξη και να μείνουν απομακρυσμένοι από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Σαν απάντηση, πολλές κυβερνήσεις αγωνιούν για ανάκαμψη και έχουν μικρότερο προϋπολογισμό για την ανάπτυξη, αφήνοντας λίγο χώρο για την τέχνη και τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Πρόσφατα, ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. σημείωσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται καλύτερη εκπαίδευση στα μαθηματικά και τη φυσική για να αντιμετωπίσουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Παρά τις περικοπές στον προϋπολογισμό, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών κατάφερε να κρατήσει στην άκρη εκατομμύρια για την έρευνα στις επιστήμες και την τεχνολογία. Η Κίνα επένδυσε $29,6 εκατομμύρια δολάρια για να επενδύσει στην επιστήμη και την τεχνολογία. Το νόημα αυτής της απόφασης είναι να κρατηθεί ισορροπία με τον οικονομικό ανταγωνιστή της, τις ΗΠΑ, και να διατηρήσει την οικονομική ανάπτυξη.

Στη Μεγάλη Βρετανία, πιστεύεται σε μεγάλο βαθμό ότι οι πολιτικές του κυβερνητικού σχηματισμού για την ανώτατη εκπαίδευση και τη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων ευνοούν μόνο τα αντικείμενα των θετικών και τεχνολογικών σπουδών. Η έκθεση Browne (Διασφάλιση της Βιωσιμότητας της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης) έγινε αντικείμενο έντονης κριτικής, καθώς πρότεινε τη μείωση της χρηματοδότησης για τις τέχνες και τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Η έκθεση πρότεινε πως θα πρέπει να δίνονται ειδικά επιδόματα σε όσους διδάσκουν θέματα όπως η ιατρική, η επιστήμη και η οδοντιατρική. Ωστόσο, εξαιρούσε ή δεν έκανε καμία μνεία για αντικείμενα που εντάσσονται στις λεγόμενες ανθρωπιστικές επιστήμες.

Επιπλέον, η αύξηση των διδάκτρων στα πανεπιστήμια σε 9.000 λίρες τον χρόνο επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το σύστημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Μ. Βρετανίας. Τα πολλαπλά αποτελέσματα αυτής της μεθόδου αρχίζουν τώρα να γίνονται ορατά. Η πολλαπλότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη Μεγάλη Βρετανία θα αλλάξει σε μεγάλο βαθμό με την εισαγωγή ενός νέου καθεστώτος διδάκτρων από το 2012, σύμφωνα με τον David Platten, καθηγητή Γαλλικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο του Leeds.

Αποτέλεσμα των αυξημένων διδάκτρων είναι το γεγονός πως πολλά πανεπιστήμια καλούνται να αντιμετωπίσουν με δυσκολία τις περικοπές στην κρατική χρηματοδότηση. Το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης πρότεινε περικοπές σε τμήματα όπως αυτά των σύγχρονων γλωσσών και της κοινωνικής εργασίας. Αυτή μπορεί τελικά να οδηγήσει στο κλείσιμο πολλών τμημάτων σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Αυτό που είναι ανησυχητικό είναι πως τα περισσότερα τμήματα, για τα οποία υπάρχει σκέψη για περικοπές, είναι τμήματα των ανθρωπιστικών σπουδών.

Σημάδια αλλαγής

Ο Mark O’Donoghue, διευθύνων σύμβουλος στη Hotcourses Ltd, μοιράζεται μαζί μας ορισμένα δεδομένα τα οποία δείχνουν την επισκεψιμότητα στο www.hotcourses.com. Μας λέει πως υπάρχει μια γενική πτώση στη δημοφιλία των σπουδών στις τέχνες και στις ανθρωπιστικές σπουδές σε προπτυχιακό επίπεδο στη Μεγάλη Βρετανία. Ωστόσο υπάρχει μια αύξηση στη δημοφιλία των τεχνικών πτυχίων που προετοιμάζουν τους υποψηφίους για μια συγκεκριμένη καριέρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός πως οι μουσικές σπουδές (σε ακαδημαϊκό επίπεδο) έχουν χάσει τη δημοτικότητά τους, ενώ αντίθετα οι σπουδές μουσικής τεχνολογίας έχουν αυξηθεί. Σύμφωνα με τον O’Donoghue, οι μαθητές από όλο τον κόσμο προτιμούν τα τεχνικά πτυχία.

Οι περισσότεροι εργοδότες προτιμούν επαγγελματίες και αποφεύγουν να προσλαμβάνουν εργαζομένους που μπορεί να χρειάζονται εκπαίδευση. Σε αυτό το σενάριο, φαίνεται προφανές πως οι μαθητές έλκονται περισσότερο από τεχνικά πτυχία. Οι μαθητές είναι έτοιμοι για τις απαιτήσεις της βιομηχανίας με όλες τις δεξιότητες που χρειάζονται για μια πετυχημένη καριέρα, λέει η Sabrina Kidway, εκπρόσωπος τύπου της Ένωσης για την Τεχνική Εκπαίδευση στις ΗΠΑ, η οποία βλέπει μια αύξηση στις εγγραφές σε αντίστοιχα πτυχία από 9,6 εκατομμύρια φοιτητές το 1999 στα 14,4 εκατομμύρια στο 2007-2008.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, τα πράγματα δεν φαίνονται τόσο αισιόδοξα για τις τέχνες και τις επιστήμες. Φαίνεται πως οι θετικές και τεχνολογικές σπουδές έχουν κυριαρχήσει στο πεδίο αλλά είναι πραγματικά έτσι;

Η άλλη πλευρά της ιστορίας

Οι ανθρωπιστικές επιστήμες και οι τέχνες είναι κρίσιμες στην ανάπτυξη της χώρας, οικονομικά αλλά και σε σχέση με τις ιδέες που μας φέρνουν. Η έλλειψη ενδιαφέροντος και ο σεβασμός προς αυτές μπορεί να σηματοδοτούν μια αυξανόμενη αδιαφορία της καταναλωτικής κοινωνίας, οδηγούμενης από τη δίψα για υψηλότερα ετήσια εισοδήματα. Ο Thomas Docherty, καθηγητής αγγλικών και συγκριτικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Warwick στη Μεγάλη Βρετανία λέει: «Ο σκοπός της ανώτατης εκπαίδευσης δεν είναι η παραγωγή υπεύθυνων πολιτών αλλά η παραγωγή ενεργών καταναλωτών. Επομένως, η εκπαίδευση γίνεται ένα ερώτημα επένδυσης για προσωπικό όφελος – ένα λυπηρό σχόλιο στις ανθρώπινες δυνατότητες».

Ο καθηγητής Docherty υποστηρίζει πως, αφού η τέχνη και οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν προσφέρουν γρήγορες αποδόσεις, αλλά μακροπρόθεσμες, θα πρέπει να θεωρούνται ως δώρο. Αυτή είναι η χαρά μας, αλλά και αυτό που τις απειλεί. Αν είναι πέρα από κάθε οικονομική μέτρηση, αν είναι δώρα, τότε οι κυβερνήσεις αισθάνονται πως μπορούν να σταματήσουν να τις χρηματοδοτούν και γενικότερα θεωρούνται ως είδος πολυτελείας.

Η Martha Nussbaum, συγγραφέας του βιβλίο «Όχι για κέρδος: Γιατί η Δημοκρατία χρειάζεται τις ανθρωπιστικές σπουδές», υποστηρίζει πως η εγκατάλειψη των ανθρωπιστικών σπουδών συνιστά μια παγκόσμια κρίση στην εκπαίδευση. Στο βιβλίο της υποστηρίζει πως οι δεξιότητες που αποκτά κανείς από τις ανθρωπιστικές σπουδές είναι ζωτικές για την επιβίωση κάθε δημοκρατίας. Η αγνόηση αυτών των θεμάτων μπορεί να ταιριάζει με βραχυπρόθεσμούς στόχους αλλά θα μας στοιχίσει μακροπρόθεσμα.

Ο Dr Rahul Choudaha, διευθυντής ανάπτυξης και έρευνας στις Παγκόσμιες Εκπαιδευτικές Υπηρεσίες, στη Νέα Υόρκη, υποστηρίζει πως οι φοιτητές τεχνών και ανθρωπιστικών επιστημών θα πρέπει να έχουν καλύτερες δεξιότητες για να σχετιστούν με την ευρύτερη εικόνα και να σχετιστούν μεταξύ διαφορετικών περιεχομένων. Οι μαθητές που στρέφονται προς τέτοια προγράμματα κερδίζουν ειδικές δεξιότητες που μπορεί να είναι χρήσιμες βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα δεν έχουν καμία σημασία. Σε έναν τεχνολογικά διασυνδεδεμένο κόσμο, η ικανότητα να επικοινωνούμε και να συνεργαζόμαστε γίνεται περισσότερο σημαντική, ενώ οι τέχνες και οι ανθρωπιστικές επιστήμες μπορεί να είναι καταλληλότερες σε σχέση με προγράμματα που στοχεύουν αποκλειστικά σε μια καριέρα.

Οι τέχνες και οι ανθρωπιστικές επιστήμες απαιτούν περισσότερα από την απλή υπόσχεση της απασχόλησης, ενισχύουν την κριτική σκέψη και ως ανεξάρτητη διαδικασία καλλιεργούν την ανεξάρτητη σκέψη. Μας εξοπλίζουν με τη δύναμη να δημιουργούμε επαναστάσεις και δίνουν στους αρχηγούς των κρατών και των εθνών τη δυνατότητα να επιτύχουν δύσκολους στόχους. Μελετώντας τις ανθρωπιστικές επιστήμες, δεν μαθαίνουμε απλά να αναφέρουμε τα γεγονότα αλλά και να ερευνούμε τον τρόπο που τα αντιμετωπίζουμε. Αυτά τα αντικείμενα μας επιτρέπουν να προκαλούμε, να δημιουργούμε, να οπτικοποιούμε, να ονειρευόμαστε και να φανταζόμαστε. Ενσαρκώνουν την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης και αυτό είναι ένα γεγονός που δεν μπορούμε να αποκρύψουμε ακόμη και αν δεν το αναγνωρίζουμε. Πόσο μπορούμε να δικαιολογήσουμε τον περιορισμό της άπειρης ανθρώπινης δυναμικής του μυαλού στο να περιορίζεται στην υψηλή γνώση: Ο καθηγητής Yashpal, πρύτανης του πανεπιστημίου Jawaharlal Nehru στην Ινδία, μας λέει: «Ο απλός ανταγωνισμός είναι επικίνδυνο πράγμα. Αν το αντικείμενο των ανθρωπιστικών σπουδών πεθάνει, τότε πεθαίνει και η ίδια η ανθρωπότητα».

Οικονομικά των τεχνών

Παρά την κατηγοριοποίησή τους ως «άσχετες», οι ανθρωπιστικές επιστήμες και οι τέχνες συνεισφέρουν στην οικονομική ανάπτυξη. Το θέατρο, οι εκδόσεις, τα Μ.Μ.Ε., τα μουσεία, η διεθνής εκπαίδευση και πολλές αντίστοιχες βιομηχανίες επηρεάζονται από τη συνεισφορά αυτών των αντικειμένων. Το «Οδηγώντας τον κόσμο: Η οικονομική συμβολή του Συμβουλίου Έρευνας στις Τέχνες και τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες της Αγγλίας», μια έκθεση η οποία πραγματοποιήθηκε από το αντίστοιχο συμβούλιο, τονίζει πως το πεδίο είναι σημαντικό για την ανάπτυξη της οικονομίας. Σύμφωνα με τις στατιστικές, το 2007, γύρω στα 498 εκατομμύρια βιβλία πουλήθηκαν από Βρετανούς εκδότες στην εσωτερική αγορά αποφέροντας έσοδα 1.88 δισεκατομμύρια λίρων. Επίσης τα κέρδη από προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές στη Μεγάλη Βρετανία κυμαίνονται από 2,05 μέχρι 3,28 εκατομμύρια λίρες.

Αφήνοντας τα νούμερα, οι τέχνες και οι ανθρωπιστικές επιστήμες δίνουν στο έθνος τους ηγέτες και τις πολιτικές ελίτ του αύριο. Ένα πολύ ορατό παράδειγμα είναι η αλλαγή νοοτροπίας σε μια χώρα που έχει εμμονή με την τεχνολογία, όπως η περίπτωση της Σιγκαπούρης. Μετά από χρόνια εστίασης στην ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνολογικής εκπαίδευσης, η Σιγκαπούρη ένιωσε την έλλειψη σε ηγέτες και managers και ανέλαβε δράση. Φέτος, το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης ανακοίνωσε την καθιέρωση του Yale-NUS College. To ινστιτούτο θα εστιάσει στις φιλελεύθερες τέχνες και θα προωθήσει τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις τέχνες στη Σιγκαπούρη.

Οι απόφοιτοι θετικών επιστημών μπορεί να μην είναι κατάλληλοι για τη βιομηχανία, αλλά είναι δύσκολο να βρουν εργοδότες. Η φύση αυτών των αντικειμένων βοηθάει τους φοιτητές με οξύτερες ικανότητες στην επικοινωνία να λύσουν αναλυτικά προβλήματα, να γράψουν και να οργανώσουν παρουσιάσεις, να αναπτύξουν κριτική σκέψη και ικανότητες για διαπραγμάτευση. H Karen Wallbridge, υπεύθυνη προσλήψεων για τον οργανισμό Transport for London, λέει πως οι δεξιότητες που αποκτούν οι φοιτητές από τις ανθρωπιστικές επιστήμες προτιμώνται από τους εργοδότες: «Οι ανθρωπιστικές επιστήμες βοηθούν τους φοιτητές να αναπτύξουν την ικανότητα να θέτουν ερωτήσεις και να προκαλούν αίσθηση στον κόσμο. Αυτές είναι ικανότητες που μπορεί να είναι χρήσιμες στον εργασιακό χώρο».

Το βιβλίο «Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει», από τους James Reed και Dr. Paul G.Stoltz, υποστηρίζει τη σημασία των τεχνών και των ανθρωπιστικών επιστημών να έχουν επιτυχία στον εργασιακό χώρο. Αποκτώντας χρήσιμη εργασιακή εμπειρία από 5.000 εργοδότες παγκοσμίως, καταλήγει πως «Οι εργοδότες δίνουν προτεραιότητα σε ποιότητες που υπερβαίνουν αυτές που δίνονται από την εκπαίδευση που βασίζεται σε τεχνικές δεξιότητες» και υποστηρίζει πως οι υποψήφιοι που δείχνουν αυτές τις ποιότητες κατά τη διάρκεια της πρόσληψης είναι πιο πιθανό να πάρουν τη δουλειά.

Το πεδίο της τέχνης και των ανθρωπιστικών επιστημών μπορεί να φαίνεται πως υποχωρεί αλλά οι στατιστικές της ανεργίας αποκαλύπτουν μια διαφορετική ιστορία. Στο οργανισμό Teach First, της Μ. Βρετανίας, τα αντικείμενα των ανθρωπιστικών σπουδών συγκεντρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων σε σχέση με άλλα. Την τελευταία χρονιά οι συμμετοχές ήταν κατά 58%  από το πεδίο της τέχνης και των ανθρωπιστικών σπουδών σε σχέση με 42% από τεχνολογικές σπουδές. Στο ενδιάμεσο, τα αποτελέσματα του δείκτη Reed Job τον Απρίλιο 2011, το οποίο αναλύει δεδομένα από 100.000 δουλειές σε 35 διαφορετικούς τομείς στις Η.Π.Α., μας δείχνουν πως υπάρχει μια ανοδική απαίτηση για μεταπτυχιακά στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Ο Richard Taylor, διευθυντής του Reed Education, λέει: «Τα αποτελέσματά τους σίγουρα δείχνουν πως οι εργοδότες απαιτούν μεταπτυχιακά στις τέχνες και την επικοινωνία, τα οποία συχνά οδηγούν σε υψηλότερους μισθούς. Οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων στην ιστορία κερδίζουν περισσότερα στο μέσο της καριέρας τους σε σχέση με εκείνους που έρχονται από τον χώρο τον επιχειρήσεων.

 

Ένστικτο Επιβίωσης

Η χρηματοδότηση ή η μη χρηματοδότηση των ανθρωπιστικών επιστημών οδηγείται από το πάθος και τον ενθουσιασμό αυτών που τις διδάσκουν. Η σημασία της επιβίωσης της τέχνης και των ανθρωπιστικών επιστημών αμφισβητούνται. Η πρόσφατη αύξηση των διδάκτρων στα Αγγλικά πανεπιστήμια δημιούργησε ανησυχία σε πολλά τμήματα ανθρωπιστικών επιστημών. Οι άνθρωποι ανησυχούν για το πώς οι μελλοντικοί φοιτητές θα πληρώσουν 9.000 λίρες για τα πτυχία της τέχνης (σχεδόν διπλάσια για τους φοιτητές εκτός Ε.Ε.). Αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που κάθε πανεπιστήμιο αποφασίζει να αντιμετωπίσει τις περικοπές. Το πανεπιστήμιο του Leeds σχεδιάζει να διπλασιάσει την υποστήριξη που προσφέρει σε φοιτητές από τα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα ελπίζοντας να εγγράψει το 2012 περισσότερους φοιτητές στα αντικείμενα των ανθρωπιστικών επιστημών, παρέχοντας στους πιο ικανούς φοιτητές υποτροφίες 6.000 λιρών τον χρόνο.

Οι τέχνες και οι επιστήμες έχουν περάσει από πολλές κρίσεις και μπορούν να αντέξουν σε μία ακόμη κρίση. Όπως λέει και ο Docherty, «Αναρωτηθήκατε πόσο κοστίζει να αγαπάτε; Καθόλου».

 

Quacquarelli Symonds (QS)