H Τρίτη εκείνη ξημέρωσε όπως όλες οι άλλες: Τα εκατομμύρια των κατοίκων της Νέας Υόρκης που κλήθηκαν να περιγράψουν το πώς έζησαν την επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου (WTC), ξεκινούν πάντα τις μαρτυρίες τους μιλώντας για το πώς ξεκίνησαν να πάνε στις δουλειές τους, πώς αδιαφόρησαν για τον καλό καιρό, πόσο ανυποψίαστα αποχαιρέτησαν το αίσθημα ασφάλειας που τους έδινε η μεγαλούπολη και πόσο ξαφνικά άρχισαν να ζουν υπό το καθεστώς ενός ακαθόριστου  και συνεχούς φόβου.  

Ο Τέρι Μπέντσικ δούλευε στα κτίρια του WTC αλλά ήταν ακόμη στο δρόμο όταν άρχισε η  επίθεση και το κατάλαβε από τις φωνές των γύρω του: «Άκουσα έναν ήχο που δεν ήξερα ότι μπορούν να βγάλουν ανθρώπινες φωνές, ένα μείγμα έκπληξης, αποτροπιασμού και κάτι που, καιρό μετά, δεν μπορώ ακόμη να κατονομάσω». Από τα στόματα του κόσμου, συνεχίζει,  «δεν έβγαιναν καν λέξεις, μόνο ένας ορυμαγδός θορύβου και άπειρα απεγνωσμένα “όχι”».

Ο Μπέντσικ κοιτούσε τους Δίδυμους Πύργους να φλέγονται «ελπίζοντας ότι όλοι οι συνάδελφοί μου με κάποιον ανεξήγητο τρόπο να είχαν αργήσει να πάνε στη δουλειά, και πως οι δύο πύργοι θα ήταν άδειοι και σιωπηλοί».

Και αυτός ήταν από τους τυχερούς: Ο Μπρένταν ΜακΟυέιντ δούλευε στον 40ο όροφο του βόρειου Πύργου και καθόταν στη θέση του όταν, στις 08:48, το πρώτο αεροπλάνο βρήκε τον στόχο του: «Ένιωσα ένα τρομαχτικό τράνταγμα. Όταν σηκώθηκα για να πάω προς την έξοδο, ένιωθα το κτίριο να κουνιέται  μπρος πίσω ολόκληρο, άκουγα το ατσάλι και το τσιμέντο να τρίζει και μετά άκουσα μία έκρηξη».

Ο ίδιος, όπως και οι εκατοντάδες υπάλληλοι στους Πύργους, βρέθηκε να κατεβαίνει τις σκάλες χωρίς να καταλαβαίνει απολύτως τι συνέβαινε: «Κατεβαίναμε περίπου έναν όροφο κάθε 40 δευτερόλεπτα. Στον 25ο όροφο είδαμε την πρώτη ομάδα πυροσβεστών να ανεβαίνουν, φορτωμένοι με μάσκες οξυγόνου».

Η κατάβαση συνεχιζόταν, και οι πυροσβέστες -που δεν θα έβγαιναν ποτέ- ανέβαιναν. «Φτάνοντας στον 5ο, οι σκάλες είχαν αρχίσει να γεμίζουν νερά. Όταν βγήκα στον ήλιο, γύρισα και κοίταξα πίσω μου, και κατάλαβα για τι καταστροφή επρόκειτο, τα πάντα ήταν καλυμμένα με σκόνη και χαρτιά, η ζέστη από την έκρηξη ήταν αφόρητη και μετά βίας μπορούσαμε να δούμε γύρω μας».

Τότε άρχισε να τρέχει: «Περάσαμε την Church Street και γυρίσαμε, βλέποντας του δύο πύργους να καίγονται. Ήταν απίστευτο».

Και στις 09:58, λέει, «έγινε το αδιανόητο: Ακούσαμε έναν μακρινό θόρυβο κατάρρευσης, που έγινε εκκωφαντικό βουητό, και βλέπαμε, σχεδόν σε αργή κίνηση, τον έναν όροφο να πέφτει πάνω στον άλλο ενώ όλη η πόλη σειόταν».

«Ο Πύργος έπεσε; Πώς έπεσε, τι πάει να πει έπεσε;»

Ο αργοπορημένος Τέρι Μπεντσικ παρακολουθούσε από το δρόμο, έχοντας σταματήσει μαζί με ολόκληρη την υπόλοιπη πόλη προσπαθώντας να καταλάβει το ασύλληπτο. «Ο δεύτερος πύργος έπεσε. Έπεσε, τι πάει να πει έπεσε, πώς είναι δυνατόν» έλεγαν οι γύρω του, μην πιστεύοντας ακόμη στα μάτια τους.

Ο Γκέιγκ Άβεριλ, που δούλευε στο Πανεπιστήμιο NYU, βγήκε στο Washington Square Park όταν έμαθε ότι έπεσε ο πρώτος πύργος. «Στη θέση του πύργου είχε μείνει μόνο μία στήλη μαύρου καπνού» λέει, και «κόσμος που είχε φύγει από την περιοχή έφτανε τρέχοντας στο πάρκο, καλυμμένοι όλοι σε γκρι σκόνη, με σειρήνες να ακούγονται παντού και πολεμικά και αστυνομικά ελικόπτερα να πετάνε από πάνω μας».

Διέκριναν, από απόσταση, ανθρώπους να πηδούν από τα παράθυρα. «Και μετά», συνεχίζει, «ο δεύτερος πύργος άρχισε να καταρρέει σαν γκρίζος καταρράκτης, όλοι ούρλιαξαν, κι άκουσα και τον εαυτό μου να φωνάζει, νιώθοντας τα γόνατά μου να λυγίζουν».

Η Τζοζέφα Σέρμαν έμενε σε πολυκατοικία στο Upper West Side και κοιμόταν έπειτα από μία νύχτα δουλειάς: «Με ξύπνησε το τηλέφωνο, και μία υστερική φωνή φίλης μου, που φώναζε να βάλω τηλεόραση». Τότε είδε όλη την καταστροφή: «Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ τόσο τρομαγμένη και τόσο μόνη». Ο ήχος των μαχητικών, τα μοναδικά αεροσκάφη που πετούσαν στον αέρα της Νέας Υόρκης, «ήταν τρομακτικός και παρηγορητικός ταυτόχρονα» λέει.

«Το μπαλκόνι μου» συνεχίζει, «ήταν γεμάτο στάχτη και σκόνη, και μόλις τη μεθεπόμενη ημέρα, όταν γύρισε ο άνεμος, μας ήρθε αποπνικτική η μυρωδιά του καμένου».

Το σοκ στη Νέα Υόρκη κράτησε πολύ περισσότερο από τα 102 λεπτά που μέχρι την πτώση και των δύο Πύργων: Πριν ακόμη οι Αμερικανοί αρχίσουν να συνειδητοποιούν τι είχε συμβεί, οι τοίχοι στους δρόμους της μεγαλούπολης είχαν ήδη αρχίσει να γεμίζουν με φωτογραφίες αγνοούμενων. «Όλοι ξέραμε πως δεν ήταν πραγματικά αγνοούμενοι, αλλά νεκροί» λέει η κάτοικος Κάθριν Φιτσπάτρικ: «οι συγγενείς όμως ήλπιζαν πως κάτι μπορεί να είχε συμβεί, πως οι άνθρωποί τους μπορεί να βρίσκονταν σε κάποιο νοσοκομείο και δεν μπορούσαν να δώσουν τα στοιχεία τους, κάτι».

Οι άσκοπες αφίσες πληθύνονταν, οι άχρηστες ουρές στα αστυνομικά τμήματα για τη δήλωση αγνοούμενων μεγάλωναν εξυπηρετώντας πια σκοπούς «ομαδικής ψυχοθεραπείας» λέει η Κ.Φιτσπάτρικ, και «κανείς δεν τολμούσε να κατεβάσει τις αφίσες ακόμη και μετά από ημέρες», όταν είχε εξανεμιστεί κάθε ελπίδα για νέους επιζώντες.

Για ημέρες, όλοι κοιτούσαν στο μέρος των Δίδυμων Πύργων και έβλεπαν ένα κενό: «Πονούσα σαν η πληγή να ήταν πάνω στο σώμα μου, όπως όλοι οι Νεοϋορκέζοι», θυμάται η Τζ.Σέρμαν.

Βασίλης Ψυχογιός

Πηγές: Αρχείο της Βιβλιοθήκης του αμερικανικού Κογκρέσου, BBC

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ