Στις λίστες κατάταξης των ιδρυμάτων, η αξιολόγηση γίνεται με βάση έναν συνδυασμό παραγόντων. Εκτός από ολόκληρα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σε αυτές τις λίστες κατατάσσονται και προγράμματα σπουδών, συγκεκριμένα τμήματα και σχολές. Οι κατατάξεις γίνονται από περιοδικά, εφημερίδες, κυβερνήσεις και ακαδημαϊκούς.

Πολλές λίστες κατάταξης λαμβάνουν υπόψη κριτήρια για την ερευνητική αριστεία, τις επιλογές των μαθητών, την επαγγελματική επιτυχία και αποκατάσταση κτλ. Πολλές λίστες κατάταξης αξιολογούν τα ιδρύματα μιας χώρας, ενώ άλλες περιλαμβάνουν πανεπιστήμια από όλο τον κόσμο. Η δημοσίευση των κατατάξεων προκαλεί μεγάλες συζητήσεις κάθε χρόνο γύρω από τη χρησιμότητα και την ακρίβειά τους. Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα στην αξιολόγηση των μεθοδολογιών και η κριτική της κάθε μιας δείχνουν την έλλειψη κοινών κριτηρίων.

Σήμερα, λίστες κατάταξης δημοσιεύονται από πάρα πολλούς οργανισμούς σε όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ανεξάρτητοι ιδιωτικοί φορείς, πανεπιστήμια και φορείς που εποπτεύονται από τα υπουργεία Παιδείας διαφόρων χωρών. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούν ορισμένες από τις βασικότερες παγκόσμιες λίστες κατάταξης που δημοσιεύονται κάθε χρόνο.

H Ακαδημαϊκή Παγκόσμια Αξιολόγηση των Πανεπιστημίων (Academic Ranking of World Universities ARWU), γνωστή ως η λίστα της Σαγκάη, είναι ίσως μία από τις γνωστότερες λίστες κατάταξης. Η λίστα αυτή δημιουργήθηκε και συντηρείται από το Shanghai Jiaotong University. Οι αξιολογήσεις ξεκίνησαν από το 2003 και από τότε ανανεώνονται κάθε χρόνο. Από το 2009 οι αξιολογήσεις δημοσιεύονται από την Shanghai Ranking Consultancy. Η λίστα κατάταξης συγκρίνει 1.200 ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης σύμφωνα με μια φόρμουλα που λαμβάνει υπόψη τον αριθμό αποφοίτων που έχει λάβει Βραβεία Νόμπελ (10%), προσωπικό που έχει λάβει βραβεία Νόμπελ και Field (20%), ερευνητές με υψηλό αριθμό δημοσιεύσεων σε 21 θεματικές κατηγορίες (20%), άρθρα που δημοσιεύονται σε περιοδικά όπως το «Nature» και το «Science» (20%), τους δείκτες Science Citation Index και Social Sciences Citation Index (20%) και την κατά κεφαλή ακαδημαϊκή απόδοση (10%). Η μεθοδολογία εκτίθεται σε ένα άρθρο από τους δημιουργούς της λίστας, N.C. Liu και Υ.Cheng, οι οποίοι αναφέρουν πως αρχικός τους στόχος ήταν να δουν το «κενό μεταξύ των κινεζικών και των υπόλοιπων πανεπιστημίων του κόσμου με βάση ακαδημαϊκά κριτήρια».

 

Η λίστα του Global University Ranking
Η λίστα του Global University Ranking περιλαμβάνει περισσότερα από 400 πανεπιστήμια χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα του RatER, ένα αυτόνομο, μη εμπορικό, ρωσικό πρακτορείο αξιολόγησης που υποστηρίζεται από τη ρωσική ακαδημαϊκή κοινότητα. Περιλαμβάνει πανεπιστήμια από άλλες λίστες, όπως ARWU, Times-QS και Webometrics, και ένα σύνολο ειδικών που επιλέγεται καθορίζει τις κλίμακες αξιολόγησης σε επτά περιοχές. Λαμβάνει υπόψη την ακαδημαϊκή απόδοση, την ερευνητική απόδοση, την εξειδίκευση του προσωπικού, τη διαθεσιμότητα πόρων, τις δραστηριότητες των αποφοίτων, τις διεθνείς δραστηριότητες και τη διεθνή γνώμη. Ο κάθε ειδικός αξιολογεί τους δείκτες απόδοσης για τα υποψήφια πανεπιστήμια. Η αξιολόγηση είναι ο μέσος όρος των αξιολογήσεων των ειδικών. Αυτή η κατάταξη προκάλεσε ερωτήματα όταν τοποθέτησε το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας στην πέμπτη θέση πάνω από το Harvard και το Cambridge.

 

Η λίστα του High Impact Universities: Research Performance Index  

Ο δείκτης High Impact Universities Research Performance Index είναι μια προσπάθεια που ξεκίνησε στην Αυστραλία και μελετάει την απόδοση των φοιτητών των πανεπιστημίων. Το αρχικό project περιελάμβανε την εξέταση 1.000 πανεπιστημίων και 5.000 τμημάτων σε όλο τον κόσμο. Τα 500 κορυφαία αποτελέσματα για πανεπιστήμια και τμήματα αναφέρονται στην ιστοσελίδα. Αυτή η προσπάθεια προωθεί την απλότητα, τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη. Στην αξιολόγηση τον μεγαλύτερο ρόλο παίζει η ερευνητική απόδοση των ιδρυμάτων με δεδομένα που λαμβάνονται από τις πλέον έγκυρες βάσεις δεδομένων.


Η λίστα του QS World University Rankings
 

Tο QS World University Rankings είναι μια κατάταξη των 500 καλύτερων πανεπιστημίων, δημιουργήθηκε από το Quacquarelli Symonds και δημοσιεύεται κάθε χρόνο από το 2004. Η αξιολόγηση του Quacquarelli δεν θα πρέπει να συγχέεται με την κατάταξη του Times Higher Education. Από το 2004 μέχρι το 2009 η κατάταξη του QS δημοσιευόταν σε συνεργασία με το Times Higher Education. Το 2010 το QS αποφάσισε να σταματήσει τη δημοσίευση της κατάταξης σε συνεργασία με τους Times, προκειμένου να εισαχθεί μια νέα μεθοδολογία, η οποία αποτέλεσε τη βάση του The World University Rankings.

Οι κατατάξεις του QS χρησιμοποιούν peer review δεδομένα που συλλέγονται από 15.050 μελετητές και ακαδημαϊκούς και 5.007 εργοδότες. Οι κατατάξεις του QS λαμβάνουν υπόψη τον αριθμό του διεθνούς προσωπικού, τον αριθμό μαθητών, τον αριθμό αναφορών από το Scopus και αναλογίες καθηγητών/φοιτητών.

Συχνά ασκείται κριτική στις λίστες κατάταξης, καθώς δίνουν λίγες πληροφορίες για συγκεκριμένα αντικείμενα. Το 2011, το QS άρχισε να κατατάσσει τα πανεπιστήμια παγκοσμίως με βάση την απόδοσή τους σε συγκεκριμένα επιστημονικά πεδία. Οι κατατάξεις γίνονται με βάση τις ετεροαναφορές και την άποψη των εργοδοτών, ενώ η βαρύτητα που δίνεται σε κάθε συντελεστή εξαρτάται από την ιδιαιτερότητα του πεδίου. Τα αποτελέσματα της λίστας δημοσιεύονται σε πέντε κατηγορίες: μηχανολογία, βιοτεχνολογία, φυσικές επιστήμες, κοινωνικές επιστήμες, τέχνες και ανθρωπιστικές σπουδές.

 

Η λίστα του Times Higher Education World University Rankings 

Από το 2004 έως το 2009 το Times Higher Education (THE) δημοσίευε την THE–QS World University Rankings (WUR) σε συνεργασία με το Quacquarelli Symonds (QS). Το 2009 σταμάτησε η συνεργασία με το QS και ξεκίνησε τη συνεργασία με το Thomson Reuters, προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα παγκόσμια λίστα κατάταξης των πανεπιστημίων που αποκαλείται Times Higher Education World University Rankings.

 Στις 3 Ιουνίου 2010, το Times Higher Education αποκάλυψε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας λίστας κατάταξης. Η νέα μεθοδολογία περιλαμβάνει 13 διαφορετικούς δείκτες απόδοσης, μια αύξηση σε σχέση με τις 6 μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν από το 2004 έως το 2009. Μετά από διαβούλευση αποφασίστηκε η οργάνωση των κριτηρίων γύρω από 5 ευρύτερους δείκτες από τους οποίους προκύπτει και το τελικό αποτέλεσμα. To Times Higher Education δημοσίευσε την πρώτη του κατάταξη χρησιμοποιώντας τη νέα μεθοδολογία στις 16 Σεπτεμβρίου 2010, ένα μήνα νωρίτερα από τα προηγούμενα αποτελέσματά τους. Η λίστα του Times Higher Education μαζί με το QS World University Rankings και το Academic Ranking of World Universities θεωρούνται οι τρεις δείκτες με τη μεγαλύτερη εγκυρότητα διεθνώς.

 

Η λίστα του Webometrics

Η λίστα του Webometrics Ranking of World Universities καταρτίζεται από τη Cybermetrics (CCHS), μια μονάδα του Ισπανικού Εθνικού Κέντρου Ερευνών (Spanish National Research Council – CSIC), το κύριο ερευνητικό σώμα της Ισπανίας. Δίνει πληροφορίες για περισσότερα από 12.000 πανεπιστήμια σύμφωνα με την παρουσία τους στο διαδίκτυο (μια αξιολόγηση των ακαδημαϊκών αντικειμένων και την παρουσία των πανεπιστήμιων στο διαδίκτυο). Η κατάταξη ανανεώνεται κάθε Ιανουάριο και Ιούλιο. Η κατάταξη του Webometrics χτίζεται από μια βάση δεδομένων από περισσότερα από 20.000 ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τα κορυφαία πανεπιστήμια φαίνονται στην κύρια κατάταξη και περισσότερα καλύπτονται σε τοπικές λίστες.

 Η κατάταξη ξεκίνησε το 2004 και βασίζεται σε έναν σύνθετο δείκτη που περιλαμβάνει τον όγκο του περιεχομένου του Web και την επίδραση των δημοσιεύσεων στο διαδίκτυο, σύμφωνα με τον αριθμό των εξωτερικών συνδέσμων που λαμβάνουν – ένα εύρος επιστημονικών δραστηριοτήτων που στηρίζεται σε ακαδημαϊκούς ιστότοπους και συχνά αγνοείται από τους βιβλιομετρικούς δείκτες. Σε αυτή τη λίστα τα αμερικάνικα πανεπιστήμια βρίσκονται στα κορυφαία 200, ενώ τα μικρότερα και μεσαία πανεπιστήμια από τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Γαλλία και την Ιαπωνία είναι λιγότερο συνηθισμένα στις κορυφαίες θέσεις. Πιθανοί λόγοι περιλαμβάνουν τη δημοσίευση μέσω ανεξάρτητων ερευνητικών ιδρυμάτων (CNRS, Max Planck, CNR) ή μη αγγλικού περιεχομένου που δεν αξιολογείται.

in.gr