Του Αριστείδη Νότη, Εκπαιδευτικού

Ένα από τα πιο κλασσικά ερωτήματα των μαθητών προς τους οικονομολόγους διδάσκοντες, είναι γιατί να επιλέξουν σπουδές που σχετίζονται με τον ευρύτερο χώρο των οικονομικών, όταν υπάρχει ήδη ένας πολύ μεγάλος αριθμός ατόμων που κατέχουν παρόμοια πτυχία. Ερώτημα εύλογο και λογικό που συγχρόνως όμως – ιδιαίτερα την περίοδο που διανύουμε – δεν είναι δύσκολο να απαντηθεί.

Αν παρατηρήσουμε την αγορά εργασίας θα διαπιστώσουμε ότι  χαρακτηρίζεται κυρίως από τρία προβλήματα ταυτόχρονα. Αυτά ονομάζονται ανεργία, υποαπασχόληση και ετεροαπασχόληση. Συγκεκριμένα,  παρατηρούμε άτομα που επιθυμούν να εργασθούν και δεν βρίσκουν κανενός είδους εργασία (άνεργοι), άτομα που προκειμένου να διαθέτουν κάποιου είδους εισόδημα προτιμούν να εργασθούν ορισμένες ώρες ή ορισμένες ημέρες (υποαπασχολούμενοι) και άτομα που αναγκάζονται να εργασθούν σε θέσεις εργασίας των οποίων το περιεχόμενο δεν είναι σχετικό με τις σπουδές που έχουν κάνει ή τις γνώσεις που γενικότερα διαθέτουν  ή τις ειδικεύσεις τους (ετεροαπασχολούμενοι).

Ιδιαίτερα στις μέρες μας όπου ο ευρύτερος δημόσιος τομέας χαρακτηρίζεται από γενικευμένη αναδιάρθρωση και σαφέστατη συρρίκνωση, η κύρια διέξοδος επαγγελματικής αποκατάστασης είναι ο ιδιωτικός τομέας ή ακόμα καλύτερα η πρωτοβουλία για εφαρμογή καινοτόμων ιδεών και η ανάληψη επιχειρηματικής δράσης. Γιατί μέσα από τέτοιες δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες είναι βέβαιο πως γεννιούνται ιδέες, αναθεωρούνται πρακτικές και επιλέγονται πρωτοπόρες δράσεις που σε περίοδο οικονομικής άνθησης και εφησυχασμού δεν θα βλέπαμε.

Με άλλα λόγια αυτό που αποκαλούμε «αγορά» βρίσκεται σε πλήρη εγρήγορση και ετοιμότητα, αφού δεν υπάρχουν περιθώρια λάθους. Εν συνεπεία οι διαθέτοντες οικονομική κουλτούρα και σχετικές σπουδές, έχουν ένα καλύτερο επίπεδο κατάρτισης και διαθέτουν μια κουλτούρα «αγοράς» που τους προσδίδει περισσότερες πιθανότητες να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις των καιρών, χωρίς βέβαια να εγγυάται κανείς την επιτυχία.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το φαινόμενο ότι τα δημοφιλέστερα μεταπτυχιακά στις μέρες μας σχετίζονται με τον ευρύτερο χώρο της Διοίκησης Επιχειρήσεων – όλοι έχουμε ακούσει κάποιον γνωστό μας να έχει κάνει ή να θέλει να κάνει Μ.Β.Α. (Master of Business Administration) – και της επικοινωνίας. Μια μεγάλη μερίδα αυτών των μεταπτυχιακών φοιτητών προέρχεται από πτυχιούχους  πανεπιστημιακών σχολών οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «καθηγητικές». Πρόκειται δηλαδή για μαθηματικούς, φυσικούς, φιλολόγους, θεολόγους, γυμναστές και όχι μόνο, οι οποίοι μέχρι πρότινος έβρισκαν απασχόληση κυρίως στην εκπαίδευση. Αλλά και φοιτητές πολυτεχνικών και νομικών σχολών συμπληρώνουν τις βασικές σπουδές τους στη συνέχεια με ένα master που σχετίζεται με τον ευρύτερο χώρο της οικονομίας, αυξάνοντας έτσι τις επαγγελματικές επιλογές τους και τις προοπτικές της μετέπειτα ανέλιξης τους. 

Συνεπώς οι οικονομικές σπουδές όχι μόνο δεν είναι κορεσμένες αλλά συγχρόνως χαρακτηρίζονται και απαραίτητες, λόγω του ότι διδάσκουν τον άνθρωπο να χαρακτηρίζεται από ορθολογική καταναλωτική συμπεριφορά, διαχείριση, επένδυση του διαθέσιμου υλικού και άϋλου πλούτου του. Ειδικά μιλώντας για την περίπτωση της χώρας μας, η έλλειψη «οικονομικής κουλτούρας» και η στρέβλωση της έννοιας της «επιχειρηματικότητας» είχε για τον τόπο μας τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες. Ας ελπίσουμε λοιπόν πως αυτό έχει γίνει πλέον κατανοητό και ότι οι ασκούντες εκπαιδευτική πολιτική θα κάνουν εκείνο το βήμα που μελλοντικά είναι ικανό να μας βγάλει από την παρούσα κρίση. Το βήμα προς την ενίσχυση της «οικονομικής εκπαίδευσης».

Αριστείδης Νότης, Οικονομολόγος / Συγγραφέας / Εκπαιδευτικός