Είμαστε ακόμα μπροστά στη διαδικασία της πρώτης αποτίμησης της Συμφωνίας των Βρυξελών. Εξάλλου, για πολλά χρόνια τόσο οι ειδικοί όσο και οι μη-ειδικοί θα κριτικάρουν και θα αναλύουν τις επιπτώσεις των αποφάσεων της συμφωνίας των Βρυξελών της 21/7/2011 όχι τόσο για την Ελληνική όσο για την Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ιστορία.

            Εξάλλου, είναι ακόμα αρκετά δύσκολο να διαμορφώσουμε μία ακριβή εικόνα του περιεχομένου της απόφασης για δύο κυρίως λόγους: α) δεν περιέχονται όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να συγκεκριμενοποιηθεί, β) χρειάζεται χρόνος για να ωριμάσουν ορισμένες ενέργειες που περιγράφονται σε αυτή (π.χ. ανταλλαγή ομολόγων, χαρακτήρας των εγγυήσεων), έτσι ώστε να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε την ποσοτική διάσταση των αποφάσεων και ακολούθως την ποιότητά τους.

            Παρόλα αυτά, τα υπάρχοντα στοιχεία μας επιτρέπουν ορισμένες αρχικές τοποθετήσεις:

  1. Μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε πως: Υπάρχει πολιτική κινητικότητα και όχι μοιρολατρική αναμονή του μέλλοντος. Προφανώς δε συμφωνούμε όλοι στο περιεχόμενο των αποφάσεων στην Ευρώπη και την Ελλάδα, αλλά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως δίνονται μάχες σε όλα τα επίπεδα.
  1. Απέναντι στο ζήτημα της διαχείρισης του Ελληνικού χρέους υπάρχουν δύο δρόμοι αντιμετώπισης. Ο ένας είναι η άρνηση του γεγονότος. Δηλαδή δεν αναγνωρίζουμε το χρέος, δε μας αφορά και θα υπάρξει (μαγική) λύση, ας χρεοκοπήσουμε επιτέλους είτε γιατί δεν αντέχουμε άλλο τη συνεχή «πτωχο-λογία» είτε διότι (νομίζουμε!) ότι δε θα υποφέρουμε περισσότερο από όσο ήδη υποφέρουμε. Όπως είναι γνωστό αυτή είναι και μία πρώτη ενστικτώδης συναισθηματική στάση του ανθρώπου απέναντι σε σοβαρά περιστατικά οδύνης (π.χ. απώλεια προσφιλών προσώπων) και έχει ένα βασικό στόχο: την προστασία των συναισθημάτων που χαρακτηρίζουν την περίοδο πριν από το περιστατικό. Στη διαχείριση όμως των οικονομικών, η ανάμειξη του συναισθήματος, του ορθολογισμού και της υπεράσπισης των συμφερόντων δημιουργεί παράλογες καταστάσεις και ανοίγει όλες τις πόρτες άμυνας για την κυριαρχία των ισχυρότερων συμφερόντων. Με άλλα λόγια ανοίγει την πόρτα για να μας συμβεί ό,τι χειρότερο μπορούμε  να φανταστούμε.

Ο άλλος δρόμος είναι αυτός της αποδοχής της πραγματικότητας. Δηλαδή, του γεγονότος ότι είμαστε η 27η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο και επομένως οφείλουμε να αναλάβουμε και την ευθύνη για τα χρέη που δημιουργήσαμε. Μόνο έτσι μπορούμε να οργανώσουμε την κοινωνία για το μέλλον. Φαντάζεστε ως Καθηγητής οικονομικών να κήρυττα την άρνηση της ευθύνης και στη συνέχεια να έμπαινα στην αίθουσα για να διδάξω το μάθημα «Η διαχρονική συνέπεια των χρηματοπιστωτικών συμφωνιών;». Δεχόμαστε την ευθύνη και επομένως  και τη συμμετοχή στα γεγονότα, άρα πρέπει να βρούμε λύσεις

Η αναζήτηση των λύσεων δε σημαίνει καθόλου ότι αποδεχόμαστε τις απαιτήσεις της άλλης πλευράς όπως τίθενται στο τραπέζι για δύο λόγους: α) Μπορεί οι απαιτήσεις αυτές να οικοδομήθηκαν με τρόπο που δε συμφωνούμε και β) ενδεχομένως και να θέλαμε, δε μπορούμε να τις ικανοποιήσουμε. Συνεπώς, αναζητούμε όλοι λύσεις.

Στα πλαίσια της αναζήτησης αυτής, ήλθε η απόφαση των Βρυξελών. Είναι η καλύτερη λύση για το ελληνικό ζήτημα (του χρέους και της ανάπτυξης); Πιθανότατα δεν  πρόκειται για την καλύτερη δυνατή λύση. Με δεδομένο το γενικό «αρχιτεκτονικό» οικοδόμημα της Ευρωζώνης και της Ευρώπης, όλοι θα θέλαμε να δούμε να διαμορφώνεται μια δημοσιονομική θεσμική κατασκευή (κυρίως με τη μορφή του Ευρωομολόγου). Επίσης, η εισαγωγή μιας μορφής φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών (Tobin tax), θα είχε σημαντικότατες μεταβολές στη διεθνή οικονομική οργάνωση.

Φαίνεται πως πλησιάσαμε αρκετά στην πρώτη καλύτερη λύση και μάλιστα το δεύτερο από τα παραπάνω ζητήματα συζητήθηκε στη διάρκεια της τελευταίας Συνόδου Κορυφής. Εάν μάλιστα οι «σύμμαχοί μας» -οι αγορές και οι οίκοι- (σήμερα είναι δύσκολο να διακρίνεις ποιος είναι φίλος και ποιος είναι εχθρός και οι ρόλοι αυτοί συχνά αλλάζουν) μαζί με τις κοινωνίες «βοηθήσουν», όταν η Ιταλία και η Ισπανία αποτελέσουν στόχους τότε το Ευρωομόλογο θα έλθει πιο κοντά. Αυτό θα είναι ένα βήμα προς την κατεύθυνση και της Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης.  Τέλος, όσον αφορά την ελάφρυνση της Ελληνικής πλευράς (βιωσιμότητα Ελληνικού χρέους), η καλύτερη λύση θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει μία γενναιότερη μείωση των απαιτήσεων των πιστωτών μας.

          Πήραμε όμως τη δεύτερη καλύτερη λύση ως την πρώτη πράξη μίας ολοκληρωμένης επίλυσης του Ελληνικού χρέους. Έχει ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά:

α) Μείωση των απαιτήσεων (επιτόκιο, κεφάλαιο) των πιστωτών μας, άρα περισσότεροι διαθέσιμοι πόροι για την εσωτερική οικονομία.

β) Ευρωπαϊκή διάθεση για την εισροή νέων ευρωπαϊκών πόρων στην Ελληνική οικονομία (σχέδιο Marshall) για αναπτυξιακούς σκοπούς.

γ) Εξασφάλιση ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας στο δημόσιο και στις τράπεζες.

δ) Επεβλήθη ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης που είχαμε απόλυτη ανάγκη.

Αυτό που είναι βέβαιο είναι πως αυτά που πήραμε είναι περισσότερα απ’ όσα περιμέναμε και ελπίζαμε. Το πόσο καλό είναι θα εξαρτηθεί από:

α) το πόσο εξασφαλίζεται ή θα διαμορφωθούν συνθήκες βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους και της ανάπτυξης. Πώς θα λειτουργήσουν οι ΑΑΑ εγγυήσεις. Πώς και πόσο θα είναι το σχέδιο Marshall, κ.λ.π.

β)  το πώς θα μοιραστούν τα πλεονάσματα πόρων που αφήνει η απόφαση των Βρυξελών για να δημιουργηθεί αναπτυξιακή δυναμική.

γ) Από το πώς η εσωτερική διοίκηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει και να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες.

          Στις αρχικές σκηνές του κινηματογραφικού έργου Saving Private Ryan (Σώζοντας τον Στρατιώτη Ryan) του Steven Spielberg, οι στρατιώτες έχουν αποβιβαστεί στη Νορμανδία και δέχονται καταιγιστικά πυρά. Απελπισμένος ο νοσοκόμος με τόσο αίμα και πτώματα γύρω του απευθύνεται στον εχθρό, τον οποίο δεν βλέπει και του φωνάζει: «Δώστε μας μία ευκαιρία»! Τελικά την πήραν μόνοι τους, από τους «κακούς» και τον «καλό» εαυτό τους.

Π.Ε. Πετράκης
Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών
Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης