Η Δευτέρα 11/7/2011 ήταν μια σημαντική και κρίσιμη ημέρα για την ελληνική υπόθεση. Είναι η πρώτη φορά που σε επίσημο επίπεδο οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης-Eurogroup φαίνεται να «διεύρυναν» τις δυνατότητες επιλογών που έχουν για την ελληνική οικονομική κρίση συμπεριλαμβάνοντας την επιλεκτική χρεοκοπία. Ο «σκληρός» υπουργός Οικονομικών της Ολλανδίας (βλ. Γερμανία, Αυστρία, Φιλανδία κ.τ.λ.) δήλωσε ότι επιτέλους λύθηκε ο δύσκολος κόμπος «όπου λέμε ότι θέλουμε σημαντική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και από την άλλη ότι θέλουμε να αποφύγουμε την επιλεκτική χρεοκοπία». Πώς τον έλυσαν τον κόμπο; Φαίνεται να αποδέχτηκαν ότι σε περίπτωση που η συμμετοχή των ιδιωτών κριθεί μη εθελοντική από τους Οίκους Αξιολόγησης (αφού αυτοί θεωρούν ότι η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να πληρώσει τα ομόλογα), τότε ας κηρυχθεί κατάσταση επιλεκτικής χρεοκοπίας (selective default), η οποία βεβαίως θα αφορά συγκεκριμένες πράξεις συμμετοχής των ιδιωτών.

            Από την άλλη μεριά, η «φιλική πλευρά» των αποφάσεων του Eurogroup φαίνεται να συμπεριλαμβάνει στις επιλογές της για την ελληνική κρίση την επαναγορά ελληνικού χρέους ή την ανταλλαγή ομολόγων που κατέχουν οι τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία με νέα ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας (δηλαδή σε όρους δήλωσης προσθέσεων εκεί που ήμασταν πριν έξι μήνες). Και σε όλο αυτό το σκηνικό προστέθηκε και η δήλωση του «υπουργού Οικονομικών της Ευρωζώνης», Β. Σόιμπλε, πως η οριστική απόφαση θα ληφθεί το Σεπτέμβριο.

            Συμπέρασμα: Οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν (ελπίζω όχι ανέμελα πλέον) να κλωτσούν το τενεκεδάκι του ελληνικού προβλήματος στο δρόμο της κρίσης ελπίζοντας στο μέλλον.

 

Ο διεθνής οικονομικός περίγυρος

            Πού βρισκόμαστε λοιπόν αυτήν τη στιγμή; Με μία κουβέντα, το περιβάλλον έχει γίνει ιδιαίτερα περίπλοκο. Η οικονομική κατάσταση στην Ευρωζώνη παρουσιάζει σημαντική ποικιλομορφία:

α)         Η κεντρική οικονομική δύναμη (Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία, Φιλανδία κ.τ.λ.) παρουσιάζει μια ιδιαίτερη δυναμική που στηρίζεται στην εξαγωγική δύναμη της Γερμανίας και εξελίσσεται εξαιρετικά ικανοποιητικά ιδίως το Α΄ εξάμηνο του 2011 (+19,9% ετησίως τον Μάιο!). Ο προορισμός των εξαγωγών αυτών είναι κυρίως οι εκτός Ε.Ε. χώρες.

β)         Η νότια περιφέρεια της Ευρωζώνης παρουσιάζει χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής δραστηριότητας [από -3,8% (Ελλάδα) έως +1% (Ισπανία)], με κύριο χαρακτηριστικό τη μακροχρόνια καθοδική πορεία της οικονομικής μεγέθυνσης της Ιταλίας.  Η τελευταία, παρόλο που ακόμα παρουσιάζει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, εμφανίζει στοιχεία κόπωσης στη δυνατότητά της να εξυπηρετεί το χρέος της (φθάνει 120% του ΑΕΠ). Ας σημειωθεί ότι εκτιμάται πως η Ιταλία χρωστάει στις γερμανικές τράπεζες €116 δισ.!

γ)         Η Βρετανία και η Ιρλανδία αντιμετωπίζουν τα ζητήματα της υπερχρέωσης που προέκυψαν από τα τραπεζικά τους συστήματα με αντίκρισμα ένα χαμηλό ρυθμό μεγέθυνσης που κρύβει μια προοπτική μακροχρόνιου χαμηλού επιπέδου οικονομικής δραστηριότητας.

δ)         Οι ΗΠΑ εμφανίζουν μια αναιμική δυνατότητα αντιμετώπισης των προβλημάτων της ανεργίας, η οποία επιμένει (σε σύγκριση με τις προηγούμενες κρίσεις) να διατηρείται υψηλή και βρίσκεται αντιμέτωπη με την πολιτική διχογνωμία γύρω από το πρόβλημα της οροφής του χρέους τους.

ε)         Οι ρυθμοί ανάπτυξης των οικονομικών δεικτών έχουν μειωθεί παρόλο που κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο από καιρό.

 

Η ελληνική πλευρά

            Η ελληνική οικονομία βρίσκεται στην αρχή του Μεσοπρόθεσμου Σχεδίου, με οικονομικές εξελίξεις (το έλλειμμα του α΄ εξαμήνου βρίσκεται στα €4,6 δισ.) που δεν δημιουργούν μια θετική προοπτική. Εάν δεν αντιστραφεί η τάση, η διεύρυνσή του θα υπερβεί τις αρχικές εκτιμήσεις (πριν 3 μήνες) και αυτό δεν θα είναι καλό νέο για κανέναν. Ασκούνται θετικές επιδράσεις από τις εξαγωγές και τον τουρισμό αλλά όχι αρκετές για να διαχυθούν και να επηρεάσουν όλη την οικονομία, αφού αυτοί οι τομείς δεν έχουν αρκετά μεγάλη συμμετοχή στο ΑΕΠ.

            Το 2012 δεν θα είναι βεβαίως τόσο άσχημο όσο το 2011, αλλά θα πρέπει να έλθει το 2013 για να δούμε ετήσιους θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Αυτό επίσης δεν είναι πολύ καλό νέο, παρόλο βεβαίως που δεν είναι καθόλου νέο. Οι λογικοί άνθρωποι γνωρίζουν ότι αυτό θα συνέβαινε. Μόνο το Μνημόνιο (που δεν καταλαβαίνω σε τι ήλπιζαν οι συντάκτες του) υποστήριζε ότι στα τέλη του 2011 θα βγούμε στις αγορές και το 2012 θα είναι το πρώτο έτος μεγέθυνσης.

            Σε αυτό το υπόβαθρο ο πρωθυπουργός έθεσε στον Jean Claude Juncker το αίτημα για λήψη μιας άμεσης απόφασης, γιατί απλούστατα από το Σεπτέμβριο πάλι θα αρχίσουν όλοι να συζητάνε για τις ευθύνες που έχουν οι Έλληνες για το γεγονός πως δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τους ανεδαφικούς σχεδιασμούς που οι ίδιοι (σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση) έχουν εκπονήσει.

            Η απάντηση, όμως, ήταν σκληρή: Το Σεπτέμβριο. Παρόλο που η Ελλάδα μάτωσε και θα ματώσει με το Μεσοπρόθεσμο, παρόλο που έχει ήδη υποστεί απίστευτες θυσίες και ενώ η αντίληψη που όλοι είχαμε ήταν ότι θα ψηφιζόταν το Μεσοπρόθεσμο και θα είχαμε μια συμφωνία ρύθμισης του ελληνικού χρέους, το πράγμα μεταμορφώθηκε σε «Μεσοπρόθεσμο για την 5η δόση» αφήνοντας για την επανεξέταση του Σεπτεμβρίου τη ρύθμιση του χρέους και την 6η δόση.

            Βεβαίως θα ισχυριστούν οι συνεταίροι μας ότι το Μεσοπρόθεσμο είναι μία υποχρέωσή μας και η τήρησή του είναι υποχρέωση της ελληνικής πλευράς, ανεξαρτήτως των αποφάσεων για τις άλλες δόσεις ή της απόφασης για τη ρύθμιση του χρέους.

            Νομίζω, όμως, ότι έχει γίνει πλέον κατανοητό από όλες τις πλευρές ότι έτσι που έγινε ο σχεδιασμός του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου είχε ως προϋπόθεση μία πολύ απλή αρχή: Ότι θα επικρατούσε κλίμα εμπιστοσύνης στην οικονομία (αυτό εξάλλου σημαίνει η παρουσία της Τρόικας και ιδιαίτερα του IMF) και πως θα αφηνόταν η οικονομική μηχανή να προσγειωθεί σ’ ένα χαμηλότερο επίπεδο δραστηριότητας, ώστε χωρίς εμπόδια να δραστηριοποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας για να έλθει η ανάκαμψη. Εάν δεν λυθεί λοιπόν το θέμα του χρέους, πώς μπορούν να συμβούν όλα αυτά; Έχει δει ποτέ κανείς Ευρωπαίος ή πολίτης του κόσμου αυτού να αναπτύσσεται μια οικονομία που πιστεύεται ότι μπορεί να πτωχεύσει μερικώς ή ολικώς το Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο του 2011; Μπορεί να ανακάμψει μια οικονομία από τόσο βαθιά ύφεση χωρίς εμπιστοσύνη στο μέλλον;

Π.Ε. Πετράκης
Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών
Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Καθ. Παναγιώτης Ε. Πετράκης