Στα μέσα της Ελληνικής δεκαετίας του 1990 οι σχεδιαστές του Β΄ και Γ΄ ΚΠΣ βλέποντας τις εξελίξεις στο χώρο της πληροφορικής και ειδικότερα στη χρήση των μέσων ψηφιακής ενημέρωσης και στο διαδίκτυο, ενέταξαν στα αναπτυξιακά προγράμματα πολλές ενέργειες και σημαντικές χρηματοδοτήσεις για την ανάπτυξη της εκπαιδευτικής μεθοδολογίας e-learning στην παραδοσιακή κυρίως εκπαίδευση και ειδικότερα στο επίπεδο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Επίσης, την ίδια περίοδο αναπτύχθηκαν σημαντικές και συστηματικές ενέργειες και χρηματοδοτήσεις που κατευθύνονταν κυρίως προς τις επιχειρήσεις πληροφορικής (υπό το βάρος της διόγκωσης του τομέα πληροφορικής) για να αναπτύξουν τεχνικές δυνατότητες στον τομέα αυτό. Είναι η περίοδος κατά την οποία υπάρχει η πεποίθηση ότι ο επηρεασμός της προσφοράς, δηλαδή του μέσου (πλατφόρμα πληροφόρησης κ.τ.λ.) θα δημιουργούσε ζήτηση από την κοινωνία. Όμως η πραγματικότητα σε όλον τον κόσμο δείχνει ότι η προσφορά μόνο σ’ ένα πολύ περιορισμένο βαθμό μπορεί να δημιουργήσει ζήτηση. Η καλλιέργεια και η ανάπτυξη της ζήτησης είναι ένα πολύ πιο περίπλοκο ζήτημα.

Περιέργως η δυνατότητα αυτή δε διοχετεύτηκε εγκαίρως προς την κατεύθυνση της Διά Βίου Εκπαίδευσης ή όπως λεγόταν τότε Συμπληρωματική Εκπαίδευση. Ο λόγος ήταν απλός και συνδεόταν με τις επενδύσεις και τα συμφέροντα που είχαν αναπτυχθεί στο χώρο αυτό. Συγκεκριμένα ήδη από το Α΄ και Β΄ ΚΠΣ είχαν διατεθεί τεράστια ποσά και για τον ιδιωτικό και για το δημόσιο τομέα για να αναπτυχθούν φυσικές δομές και υποδομές για την φιλοξενία διαδικασιών διά ζώσης ανάπτυξης ενεργειών Διά Βίου Εκπαίδευσης.

Παράλληλα οι διαδικασίες εξ αποστάσεως και ιδιαίτερα ηλεκτρονικής φύσης θεωρούνταν ότι εκτοπίζουν τη φυσική διδακτική παρουσία με αρνητικές συνέπειες στην παραδοσιακού τύπου απασχόληση γνώσεων καθηγητικών ειδικοτήτων που είχαν ιδιαίτερη δύναμη και κέντρα απόφασης.

Παρόμοιες ενστάσεις ανεπτύχθησαν και στην είσοδο των συστημάτων αυτών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ούτε λόγος βέβαια να γίνεται για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι κοινωνικές αυτές τάσεις συντηρήθηκαν βεβαίως και από το μικρό βαθμό διαπερατότητας της ιντερνετικής επικοινωνίας στην Ελληνική κοινωνία.

Από την άλλη μεριά ο λανθασμένος προσανατολισμός των προγραμμάτων Διά Βίου Εκπαίδευσης για την κάλυψη εισοδηματικών αναγκών των ανέργων και όχι για τη βελτίωση των εργασιακών τους δυνατοτήτων και το θολό περιβάλλον του επιμερισμού των χρηματοδοτήσεων για παρόμοιες ενέργειες εκτόπισαν από την εικόνα τις απαιτήσεις για την παρακολούθηση δεικτών αποτελεσματικότητας των χρηματοδοτήσεων αυτών.

Συνολικό αποτέλεσμα: Όταν όλος ο αναπτυγμένος κόσμος εισήγαγε το e-learning στις διδακτικές μεθοδολογίες η Ελληνική κοινωνία το περιέβαλε με σκεπτικισμό και διστακτικότητα.

Παρόλα αυτά την περίοδο αυτή γεννήθηκαν αρκετές προσπάθειες, κάποιες από αυτές εγκαταλείφθηκαν  στη συνέχεια και αρκετές μεγάλωσαν αρκετά για να λειτουργούν επιτυχώς μέχρι σήμερα. Βεβαίως σε ενδοεπιχειρησιακό επίπεδο τη τακτική του e-learning επικράτησε σε αρκετές περιπτώσεις (μεγάλες τράπεζες, φαρμακευτικές εταιρείες κ.τ.λ.)

Τα μέσα της δεκαετίας του 2010 βρίσκουν το e-learning να έχει υιοθετηθεί ως υποστηρικτική μέθοδο από όλα σχεδόν τα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ιδιωτικούς φορείς παροχής εκπαίδευσης. Πολλές μάλιστα επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα προσφοράς κατάλληλων υπηρεσιών. Παράλληλα όμως κυρίως η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει εντάξει μέσα στην καθημερινή της λειτουργία (ηλεκτρονικές γραμματείες, βοηθητικά ηλεκτρονικά εκπαιδευτικά μέσα κ.τ.λ.) με αποτέλεσμα να γαλουχούνται συνεχώς νέες γενεές με εξοικείωση στους προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι τελευταίοι έχουν φθηνύνει αρκετά και δε θεωρούνται πλέον είδη πολυτελείας. Εξάλλου η μεγέθυνση του ρόλου του κλάδου των υπηρεσιών στηρίζεται στην ψηφιοποίηση της ανθρώπινης εργασίας η οποία όσον αφορά την λειτουργία του γραφείου έχει πλήρως επικρατήσει. Επίσης πολλές δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες παρέχουν ηλεκτρονική εξυπηρέτηση. Όλες αυτές οι εξελίξεις έχουν οδηγήσει την Ελλάδα να εμφανίζει μία ικανοποιητική συμμετοχή χρήσης του internet στην καθημερινή ζωή του πολίτη. Το 2010 το 46,2% του πληθυσμού της Ελλάδος ήταν χρήστες του internet έναντι 80% του πληθυσμού στη Γερμανία και στη Μ. Βρετανία και 50% – 60% στην Ισπανία και την Ιταλία. Οι ρυθμοί αυτοί αυξάνονται ταχύτατα.

Το ότι έχει αυξηθεί η χρήση των υπολογιστών δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι έχει αναπτυχθεί και το e-learning ανάλογα. Μάλιστα κάνοντας διάκριση μεταξύ e-learning ως βοηθητικού μέσου της τυπικής εκπαιδευτικής διαδικασίας και e-learning ως αυτοτελούς διδακτικής μεθοδολογίας θα διαπιστωθεί ότι οι αμιγώς δραστηριότητες που εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία είναι εξαιρετικά περιορισμένες παρόλο που έχουν φθάσει σε εξαιρετική ποιότητα παροχής υπηρεσιών. Εξάλλου κάνοντας μία σύγκριση με τις προσπάθειες εκπαίδευσης e-learning που εντάσσονται στις τυπικές εκπαιδευτικές διαδικασίες σε σύγκριση με τις υπηρεσίες εκπαίδευσης που εντάσσονται στη Διά Βίου Εκπαίδευση διαπιστώνεται ότι οι πρώτες υπερτερούν σημαντικότατα των δεύτερων οι οποίες έτσι και αλλιώς σε οποιαδήποτε μορφή δεν έχουν σχεδόν καθόλου αναπτυχθεί.

Στο χαμηλό βαθμό διάδοσης του e-learning στην Ελληνική κοινωνία ως αυτόνομης εκπαιδευτικής μεθοδολογίας εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να παίζουν ρόλο ιδιόμορφες δοξασίες περί του ρόλου του διαδικτύου στην εκπαιδευτική διαδικασία όπως περίπου συνέβαινε και στις προηγούμενες δύο δεκαετίες.

Πρέπει πάντως να συμφωνήσουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έχει υπάρξει πρόοδος στην αντίληψης του ρόλου και στη χρησιμότητα του e-learning σε βαθμό που σε ορισμένες περιπτώσεις (ορισμένα Υπουργεία) να γίνονται δεκτές ενέργειες οι οποίες στηρίζονται αποκλειστικά στην εξ αποστάσεως ηλεκτρονική εκπαίδευση. Εξακολουθεί πάντως να μην αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη δαπάνη εκπαίδευσης η παροχή e-learning εκπαίδευση σε αρκετές περιπτώσεις (ενδοεταιρική επιμόρφωση).

Τα παρόντα πάντως συστήματα e-learning χαρακτηρίζονται από ορισμένα πλεονεκτήματα τα οποία τα καθιστούν εξαιρετικά αποτελεσματικά εκπαιδευτικά μέσα:

α)         Μπορούν να καλύπτουν άριστα τις εκπαιδευτικές ανάγκες που περιέχουν ως συστατικό στοιχεί τη διανομή πληροφοριών, τεχνικών κ.τ.λ. (δεν προσφέρονται δηλαδή για την παραγωγή νέας γνώσης, έρευνας κ.τ.λ.)

β)         Στηρίζονται σε ηλεκτρονικά δίκτυα εξαιρετικής αξιοπιστίας

γ)         Χρησιμοποιούν συστήματα φιλικότατα προς το χρήστη

δ)         Διατηρούν σταθερή ποιότητα προσφοράς των εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Η σταθερότητα αφορά την έκταση του υλικού και το χρόνο εκπομπής

στ)       Παρέχουν τη δυνατότητα των εκπαιδευτικών υπηρεσιών στον τόπο επιλογής του χρήστη και συνεπώς δεν υπάρχουν κόστη τριβής (μετακινήσεων, κόστος ευκαιρίας κ.τ.λ.)

ζ)         Έχουν εξαιρετικές δυνατότητες ευελιξίας και προσαρμογής όσον αφορά τις ανάγκες, το χώρο και το χρόνο των εκπαιδευτικών αναγκών που πρέπει να καλύψουν

η)         Μπορεί να προσφέρεται με πολλή μεγαλύτερη ευελιξία σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Το σημείο αυτό αποτελεί από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της e-learning διαδικασίας.

θ)         Μπορούν να καλύπτουν ένα αξιόλογο πεδίο δυνατοτήτων εκπαίδευσης και κατάρτισης με μία θεματολογία που το μόνο που δεν περιλαμβάνει (προς το παρόν) είναι η παροχή εκπαίδευσης σε εργαστηριακά μαθήματα

Οι σημερινές ευρύτερες οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις προβάλουν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που είναι το χαμηλό κόστος παροχής της υπηρεσίας. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι παρόλο που η ποιότητα μπορεί να παραμένει σταθερή δημιουργούνται οικονομίες κλίμακας σε όλες τις φάσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Εξάλλου το μειωμένο κόστος παρακολούθησης δεν αφορά μόνο τα συμμετέχοντα άτομα αλλά και τους προσφέροντες οργανισμούς. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το χαρακτηριστικό του χαμηλού κόστους προσφοράς των εκπαιδευτικών υπηρεσιών συστηματικά έχει συσκοτισθεί μέχρι σήμερα για διάφορους λόγους κυρίως λόγω των οργανωμένων και κατεστημένων συμφερόντων που κυριαρχούν στον εκπαιδευτικό χώρο.

Το τελευταίο χαρακτηριστικό που αφορά το παρόν του e-learning είναι η εκπαιδευτική διαδικασία που συνοδεύει τη μεθοδολογία αυτή. Αποτελεί κοινό τόπο σύγχυσης ότι την προσφορά υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης με e-learning μπορεί να την κάνει όποιος διαθέτει μία σχετική πλατφόρμα. Πρόκειται για μία πλάνη που κυριαρχεί συνήθως στους διαχειριστές της δημόσιας εξουσίας, παιδείας κ.τ.λ. Η αλήθεια είναι ότι την προσφορά των υπηρεσιών εκπαίδευσης μπορεί να την κάνει όποιος έχει εκπαιδευτική δραστηριότητα. Αυτός ο φορέας μπορεί να αποκτήσει και μία ηλεκτρονική πλατφόρμα (ελάχιστο έως μηδενικό κόστος) να αναπτύξει την κατάλληλη μεθοδολογία έτσι ώστε να προσφέρει εξ αποστάσεως ηλεκτρονικές υπηρεσίες εκπαίδευσης. Διότι η e-learning εκπαίδευση είναι πάνω από όλα μία εκπαιδευτική διαδικασία.

Το μέλλον του e-learning στην Ελλάδα και βεβαίως γενικότερα θα εξαρτηθεί από δύο βασικούς περιοριστικούς (και προωθητικούς) παράγοντες:

α)         Το πρόβλημα της γλώσσας. Η έλλειψη κοινής γλώσσας αποτελεί βασικό πολιτισμικό χαρακτηριστικό της ευρύτερης γεωγραφικής ενότητας που ζούμε. Είναι ίσως και ο σημαντικότερος περιοριστικός παράγοντας της διεύρυνσης των εκπαιδευτικών υπηρεσιών στην ευρύτερη περιοχή.

β)         Το ζήτημα των συγγραφικών και πνευματικών δικαιωμάτων που ενσωματώνονται στην ανάπτυξη του e-learning υλικού. Όσο οι ιθύνοντες (δημόσιο, επιχειρήσεις κ.τ.λ.) κατέχονται από εξουσίες, ιδέες «απαλλοτρίωσης» των συγγραφικών και πνευματικών δικαιωμάτων των δημιουργών που ενσωματώνονται στις διαδικασίες e-learning τόσο αποθαρρύνονται οι παραγωγοί πνευματικού υλικού να παράγουν υψηλού επιπέδου οντότητες γνώσης. Διότι οι e-leaning εκπαιδευτικές διαδικασίες θα αξίζουν όταν θα έρχονται να συναντήσουν πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Το κίνημα των Commons (δηλαδή του ελεύθερου υλικού που είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο) είναι ένα στάδιο προβληματισμού που στηρίζεται σε ένα υπόβαθρο οργανωμένης προστασίας των συγγραφικών και πνευματικών δικαιωμάτων.

Π.Ε. Πετράκης Καθηγητής, Υπεύθυνος ΚΕΚ – elearning ΕΚΠΑ