«Το ελληνικό πρόβλημα εξελίχθηκε σε συνολικό πρόβλημα για την ΟΝΕ», αναφέρει μελέτη της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα διδάγματα της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη, με έμφαση στην περίπτωση της χώρας μας.

Από τα συμπεράσματα της μελέτης, προκύπτει ότι σε αντίθεση με ότι συνέβαινε πριν από την κρίση, στη διάρκεια της κρίσης, οι αγορές άλλαξαν συμπεριφορά αξιολογώντας πλέον τόσο τους διεθνείς κινδύνους όσο και τα μακροοικονομικά μεγέθη κάθε χώρας.

Σύμφωνα με τη μελέτη της Επιτροπής, η ελληνική κρίση χρέους οφείλεται στην επιδείνωση των μακροοικονομικών μεγεθών την περίοδο 1999-2009 αλλά και στη μεταστροφή των προσδοκιών των ιδιωτών.

Αρχής γενομένης από το Σεπτέμβριο του 2009, η Ελλάδα πέρασε από ένα καθεστώς απόλυτα αξιόπιστης δέσμευσης στη συμμετοχή στην ΟΝΕ, με την εγγύηση άλλων χωρών μελών της ευρωζώνης για τις δημοσιονομικές της υποχρεώσεις, σε ένα καθεστώς, έως το Φεβρουάριο του 2010, μη-πλήρους δέσμευσης στην ΟΝΕ και χωρίς δημοσιονομικές εγγυήσεις.

Η αλλαγή αυτή, σύμφωνα με την Επιτροπή, είναι η αιτία για τη ραγδαία επιδείνωση της κρίσης χρέους της Ελλάδας από το Νοέμβριο του 2009 αλλά και για την αύξηση των ελληνικών σπρεντ σε σχέση με άλλες περιφερειακές χώρες μέλη της ΟΝΕ.

Συμπερασματικά, η μελέτη της Επιτροπής καταλήγει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει προβλήματα εμπιστοσύνης αλλά και των οικονομικών της.

Στη μελέτη επισημαίνεται ακόμη ότι η ελληνική κρίση επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες της ΟΝΕ, κυρίως την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία. «Το ελληνικό πρόβλημα εξελίχθηκε σε συνολικό πρόβλημα για την ΟΝΕ», αναφέρεται χαρακτηριστικά στη μελέτη.

Η Επιτροπή σημειώνει ακόμη ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η κερδοσκοπία στην αγορά ασφάλιστρων κινδύνου αποτελεί αιτία για την κρίση χρέους στην ευρωζώνη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει κερδοσκοπία στη συγκεκριμένη αγορά ή ότι δεν οδήγησε σε άνοδο των σπρεντ.

Στην μελέτη υπογραμμίζεται ακόμη ότι για να υπάρξει αποκλιμάκωση των σπρεντ των περιφερειακών χωρών μελών της Ευρωζώνης απαιτείται αισθητή βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης καθώς και της ανταγωνιστικότητας.

Παράλληλα, οι χώρες αυτές θα πρέπει να βελτιώσουν την αντίληψη των προσδοκιών που έχουν οι ιδιώτες για αυτές.

Αυτό, σύμφωνα με την Επιτροπή, μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από αξιόπιστη στρατηγική διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η οποία θα υποστηρίζεται από αποδείξεις  για αποφασιστική εφαρμογή της. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι χωρίς αυτές τις αποδείξεις, οι αγορές θα εξακολουθούν να αμφισβητούν τη μακροπρόθεσμη βιώσιμη συμμετοχή αυτών των χωρών στην ευρωζώνη.

Σε κοινοτικό επίπεδο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η κρίση ανέδειξε πως απαιτούνται θεσμικές μεταρρυθμίσεις σε δύο κατευθύνσεις: Πρώτον, για να αποφευχθούν μελλοντικές κρίσεις χρέους, η Ευρωζώνη θα πρέπει να αναπτύξει αποτελεσματικούς μηχανισμούς δημοσιονομική εποπτείας και συντονισμού οικονομικής πολιτικής και δεύτερον, αν υπάρξει νέα κρίση, είναι σημαντικό να αποφευχθεί η επιδείνωση της κατάστασης στη συγκεκριμένη χώρα και η διάδοσή της σε άλλες.

Αυτό, σύμφωνα με τη μελέτη της Επιτροπής, μπορεί να επιτευχθεί με τη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού της ευρωζώνης για έκτακτη χρηματοδότηση, ο οποίος για να είναι αποτελεσματικός, θα πρέπει να λειτουργεί με διαφάνεια και προληπτικά. Οι όροι της επείγουσας βοήθειας θα πρέπει να είναι τέτοιοι, ώστε να αποφεύγονται κίνδυνοι που θα έχουν ως αποτέλεσμα την αποθάρρυνση της εφαρμογής δημοσιονομικής πειθαρχίας και των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Η μελέτη αυτή ανατέθηκε από την Επιτροπή στους καθηγητές οικονομικών Μ.Αργυρού από το πανεπιστήμιο του Κάρντιφ και Α. Κοντονίκα από το πανεπιστήμιο της Γλασκόβης.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ-ΜΠΕ