1. Έννοια Εργάτη – Υπαλλήλου

Σαν μισθωτοί χαρακτηρίζονται όλοι γενικά οι εργαζόμενοι (υπάλληλοι, τεχνίτες, εργάτες, μαθητευόμενοι) που συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής σε οποιαδήποτε επιχείρηση ή εκμετάλλευση αδιάφορα με τον τρόπο πληρωμής τους (π.χ. μηνιαίο μισθό, ημερομίσθιο).

Η διάκριση των εργαζομένων σε υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες είναι πολύ βασική για την αντιμετώπιση των θεμάτων που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας τους και ειδικότερα προκειμένου να καθοριστούν οι προϋποθέσεις της απόλυσης και το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης.

Δεν υπάρχει διάταξη νόμου ή σχετική δικαστηριακή νομολογία που να προσδιορίζει την ιδιότητα του υπαλλήλου ή του εργατοτεχνίτη.

Συνεπώς ο χαρακτηρισμός του εργαζόμενου ως υπαλλήλου ή εργατοτεχνίτη γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και όχι από το χαρακτηρισμό που δίνεται στη σύμβαση εργασίας ή τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής ή από την κατοχή τυπικών προσόντων (πτυχίο, δίπλωμα κλπ). Η διάκριση δηλαδή γίνεται αποκλειστικά και μόνο από το είδος και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας και όχι άλλα στοιχεία όπως ο τρόπος και το σύστημα πληρωμής, η κατοχή πτυχίο, ο χαρακτηρισμός από τον εργοδότη κλπ.

Γενικά, κριτήριο της διάκρισης του υπαλλήλου από τον εργάτη είναι η παροχή εργασίας κατά κύριο χαρακτήρα πνευματικής ή σωματικής. Επομένως, ο εργαζόμενος που παρέχει πνευματική εργασία αποκτά την ιδιότητα του υπαλλήλου, ενώ όταν παρέχεται σωματική – χειρονακτική εργασία αναφερόμαστε στην ιδιότητα του εργάτη – εργατοτεχνίτη.

 

2. Αποζημίωση Απόλυσης

Με το άρθρο 74 του Ν.3863/2010 μεταβάλλονται οι διατάξεις που αφορούν τον χρόνο προειδοποίησης για την απόλυση των εργαζομένων. Αναλυτικότερα, για την αποζημίωση της απόλυσης καθορίζονται τα εξής :

 

Το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης υπολογίζεται βάση του τελευταίου συνεχή χρόνου υπηρεσίας ή εργασίας στον εργοδότη που τον απολύει, με εξαρτημένη σχέση αορίστου χρόνου.

Η βάση υπολογισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης, σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εργατών και υπαλλήλων είναι οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα πριν την απόλυση, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, για όσους έχουν σταθερό μισθό και για όσους έχουν κυμαινόμενες αποδοχές (μισθό, ποσοστά κ.λ.π) ο μέσος όρος του τελευταίου διμήνου.

Εκτός της αποζημίωσης οι μισθωτοί δικαιούνται και προσαύξηση με ποσοστό 1/6 (2 μισθούς:12 μήνες) στο σύνολο της οφειλόμενης αποζημίωσης, λόγω συνυπολογισμού των επιδομάτων εορτών (δώρα) Χριστουγέννων και Πάσχα (Α.Π. 32/62, 369/67) και του επιδόματος αδείας (Α.Π. 326/66 και 317/70)

Το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ορίζει ότι λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές του εργαζομένου κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την απόλυση, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή σε χρήμα ή σε είδος που χορηγείται κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασίας.

Έτσι, ως τακτικές αποδοχές που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό της αποζημίωσης θεωρούνται:

α) τα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και το επίδομα αδείας, η αναλογία των οποίων υπολογίζεται στις αποδοχές και αυξάνει το ποσό της αποζημίωσης κατά το 1/6

β) η προσαύξηση για νυκτερινή εργασία και για νόμιμη εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, εφόσον αυτή παρέχεται τακτικά

γ) η αμοιβή για παροχή υπερεργασίας και υπερωρίας

δ) η συμπληρωματική αμοιβή για την πρόσθετη εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος σταθερά και μόνιμα

ε) οι προμήθειες για τις πωλήσεις ή εισπράξεις, εφόσον καταβάλλονται σταθερά και μόνιμα, ανεξάρτητα από τον τυχόν χαρακτηρισμό τους ως «έκτακτης παροχής»

στ΄) η σε χρήμα αξία παροχών σε είδος (π.χ. τροφή, κατοικία), εφόσον αυτές έχουν πράγματι μισθολογικό χαρακτήρα, χορηγούνται δηλαδή ως αντάλλαγμα για την εργασία και όχι για άλλους σκοπούς, όπως για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης ή προς διευκόλυνση εκτέλεσης της εργασίας

ζ) «οικειοθελείς» παροχές, τις οποίες ο εργοδότης καταβάλλει για μεγάλο χρονικό διάστημα σταθερά, ομοιόμορφα και ανεπιφύλακτα, οπότε παύουν να είναι ελευθέρως ανακλητές και αποκτούν μισθολογικό χαρακτήρα

η) τα από τρίτους καταβαλλόμενα υποχρεωτικά φιλοδωρήματα

θ) οδοιπορικά έξοδα, αποζημιώσεις εκτός έδρας ή επιδόματα κίνησης, εφόσον χορηγούνται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση μετακινήσεων του εργαζομένου και χωρίς ο τελευταίος να υπόκειται σε απόδοση λογαριασμού

ι) ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών και τα αναλογούντα στον εργαζόμενο ποσά εισφορών προς τον ασφαλιστικό οργανισμό, όταν από τη σύμβαση ή από επιχειρησιακή συνήθεια καταβάλλονται από τον εργοδότη, χωρίς να παρακρατούνται από τις αποδοχές

Αντίθετα, δεν συνυπολογίζονται, κατά τη νομολογία, παροχές που δεν έχουν μισθολογικό χαρακτήρα ή έχουν μεν μισθολογικό χαρακτήρα, δεν εμπίπτουν όμως στην έννοια των «τακτικών» αποδοχών. Εδώ ανήκουν:

α) οικειοθελείς παροχές που χορηγούνται υπό την επιφύλαξη ανάκλησης, ακόμα κι αν καταβάλλονται μακροχρόνια, σταθερά και ομοιόμορφα και

β) παροχές σε χρήμα ή σε είδος που χορηγούνται για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης και όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας.

Σύμφωνα με άρθρο 74 παρ. 2 του νέου νόμου 3863/10, ο νομοθέτης καθορίζει τους νέους χρόνους προειδοποίησης καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλων και το αναλογούν ποσό οφειλόμενης αποζημίωσης, όπως φαίνονται στους παρακάτω πίνακες:

 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ

(Β.Δ. 16/18-07-1920, Ν.3198/1955, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2004 και 2006)

 

Χρόνος υπηρεσίας

Αποζημίωση

Από 2 μήνες έως 1 έτος

  5 ημερομίσθια

Από 1 έτος συμπληρωμένο έως 2 έτη:

  7 ημερομίσθια

Από 2 έτη συμπληρωμένα έως 5 έτη:

 15 ημερομίσθια

Από 5 έτη συμπληρωμένα έως 10 έτη:

 30 ημερομίσθια

Από 10 έτη συμπληρωμένα έως 15 έτη:

 60 ημερομίσθια

Από 15 έτη συμπληρωμένα έως 20 έτη:

100 ημερομίσθια

Από 20 έτη συμπληρωμένα έως 25 έτη:

120 ημερομίσθια

Από 20 έτη συμπληρωμένα έως 30 έτη:

145 ημερομίσθια

Από 30 έτη συμπληρωμένα και άνω:

165 ημερομίσθια

 

Για κάθε αριθμό ημερομισθίων αποζημίωσης προστίθεται το 1/6 αυτών.

 

 

 

ΠΙΝΑΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΕ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

 

Άρθρο 74 παρ. 2 Ν. 3863/2010

Χρόνος εργασίας

Χρόνος προειδοποίησης

Ποσό αποζημίωσης

2 μηνες–1 έτος

1 μήνα

½ μισθού

1 έτος – 2 έτη

1     »

1 μισθός

2 έτη – 4 έτη

2 μήνες

1     »

4    » – 5    »

2     »

1,5    »

5    » – 6    »

3      »

1,5   »

6    » – 8    »

3      »

2 μισθούς

8    » – 10  »

3      »

2,5   »

10  » – 11  »

4      »

3      »

11  » – 12  »

4      »

3,5   »

12  » – 13  »

4      »

4      »

13  » – 14  »

4      »

4,5   »

14  » – 15  »

4      »

5      »

15  » – 16  »

5      »

5,5   »

16  » – 17  »

5      »

6      »

17  » – 18  »

5      »

6,5   »

18  » – 19  »

5      »

7      »

19  » – 20  »

5      »

7,5   »

20  » – 21  »

6      »

8      »

21  » – 22  »

6      »

8,5   »

22  » – 23  »

6      »

9      »

23  » – 24  »

6      »

9,5    »

24  » – 25  »

6      »

10     »

25  » – 26  »

6      »

10,5  »

26  » – 27  »

6      »

11     »

27  » – 28  »

6      »

11,5  »

28 έτη και άνω

6      »

12 μισθούς

 

Για κάθε αριθμό μισθών αποζημίωσης προστίθεται 1/6 αυτών.

 

 

3. Φορολόγηση Αποζημίωσης Απόλυσης

Σε ότι αφορά το φόρο της αποζημίωσης καταγγελίας σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2238/94, όπως είχε διαμορφωθεί με την παρ. 8 του άρθρου 3 του Ν. 3091/2003 από 1/1/2003 ο τρόπος υπολογισμού του φόρου των αποζημιώσεων απολύσεων, «υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο».

Με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 5 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α΄ 58/23-4-2010) από 23/4/2010 και μετά ο φόρος υπολογίζεται, με βάση την παρακάτω κλίμακα:

 

Κλιμάκιο αποζημίωσης (ευρώ)

Φορολογικός συντελεστής (%)

0 – 60.000

0%

60.001 -100.000

10%

100.001 -150.000

20%

150.001 και άνω

30%

Ο φόρος παρακρατείται κατά την πληρωμή της αποζημίωσης στον δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45, οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσης εργασίας ή άλλης σύμβασης, η οποία συνδέει τον φορέα με τον δικαιούχο της αποζημίωσης. Αν το ποσό που καταβάλλεται στον δικαιούχο της αποζημίωσης υπερβαίνει εκείνο που πρέπει να του καταβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που καταβάλλεται φορολογείται σύμφωνα με την πιο πάνω κλίμακα.

Συνεπώς, το νέο σύστημα είναι ευνοϊκότερο για ποσά που ανέρχονται από 20.000 μέχρι και 100.000 ευρώ. Ειδικότερα, μέχρι 60.000 ευρώ το ποσό της αποζημίωσης είναι αφορολόγητο σε αντίθεση με το ποσό των 20.000 ευρώ που ήταν αφορολόγητο με το προϊσχύον σύστημα , ενώ από 60.001 έως 100.000 ευρώ ο συντελεστής φορολόγησης ανέρχεται σε 10%. Για το ποσό από 100.001 έως 150.000 ευρώ ο συντελεστής φορολόγησης είναι ίδιος με αυτόν που ήδη ίσχυε, με τη σημαντική διαφορά βέβαια ότι ο συντελεστής αυτός ίσχυε για το ποσό που υπερέβαινε των 20.000 ευρώ. Από 150.001 ευρώ και άνω η φορολογική επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη, καθώς ο νέος συντελεστής 30% δεν υπήρχε.

 

 

Μυρσίνη Δρίμτζια, Οικονομολόγος, Μέλος της Επιστημονικής Ομάδας της Epsilon Net

 

 

in.gr