Τη διαχρονική σημασία της λατρείας του Άδωνη στο Ιδάλιον (Δάλι, μεταξύ Λευκωσίας – Λάρνακας) κατά την Ελληνιστική Περίοδο υποδηλώνει το τεράστιο μέγεθος του βωμού του συντρόφου της Αφροδίτης.
Τα όρια του ελληνιστικού βωμού στο ιερό του Άδωνη διαπιστώθηκαν μετά και τις ανασκαφές της φετινής περιόδου στο Ιδάλιον – Κάτω Πόλη από το Κολέγιο Λαϊκόμινγκ της Πενσυλβάνια, υπό τη διεύθυνση της δρος Πάμελα Γκάμπερ. Η φετινή έρευνα διήρκεσε επτά εβδομάδες και επικεντρώθηκε στο πλάτωμα της ανατολικής ακρόπολης (Μούττη του Αρβίλη) και στην επανεξέταση των ανασκαφών στο Ιερό του Άδωνη.

Με τον καθαρισμό του χώρου του ιερού από τα χώματα που είχαν συσσωρευτεί ύστερα από πολλά έτη βροχόπτωσης, αποκαλύφθηκαν αγγεία που φαίνεται ότι ακουμπούσαν στο τελευταίο δάπεδο το οποίο χρησιμοποιήθηκε προτού εγκαταλειφθεί το ιερό. Τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι το ιερό ήταν σε χρήση μέχρι τον 1ο αι. π.Χ. Η συσσώρευση ακέραιων αγγείων στο δάπεδο και η επικάλυψή τους με κατάλοιπα πεσμένων πλίνθων πιθανόν να δείχνει ότι το ιερό εγκαταλείφθηκε κάπως βεβιασμένα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η δυτική γωνία του νότιου άκρου του βωμού στο ιερό του Άδωνη βρέθηκε περίπου οκτώ μέτρα δυτικά της ανατολικής γωνίας, φανερώνοντας το τεράστιο μέγεθός του. Τα πήλινα αναθηματικά ειδώλια βρέθηκαν σε όλη την έκταση του βωμού.

Στην περιοχή με το ιερό, στο οποίο πιθανόν να λατρεύονταν δύο θεότητες, η ομάδα συνέχισε τη διερεύνηση της ανατολικής περιοχής η οποία φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε τελευταία φορά κατά τη Ρωμαϊκή Περίοδο. Συμπέρασμα των ερευνών ήταν ότι πέρα από τη λατρεία δύο ανεικονικών θεοτήτων, μιας θηλυκού και μιας αρσενικού γένους, οι αρχαίοι Κύπριοι πιστοί προσέφεραν και μεγάλο αριθμό ασβεστολιθικών αναθημάτων.

Εντυπωσιακές λίθινες πλάκες
Οι φετινές έρευνες αποκάλυψαν επιπρόσθετα στοιχεία σχετικά με τις ρωμαϊκές εγκαταστάσεις στο ανατολικό τμήμα του ιερού, μεταξύ των οποίων και μια μεγάλη δεξαμενή ή λεκάνη επιχρισμένη με υδραυλικό κονίαμα. Σε μικρή απόσταση από τη λεκάνη αυτή βρέθηκε ζεύγος τεράστιων και εντυπωσιακών λίθινων πλακών οι οποίες πιθανόν να όριζαν μια τελετουργική διαδρομή.

Ο αρχαίος αυτός ναός, που φαίνεται να ανάγεται στην Κυπρογεωμετρική Περίοδο, θα πρέπει να ήταν αφιερωμένος στη Μεγάλη Θεά της Κύπρου, την Wanassa (Άνασσα) ή τη «Θεά των Ζώων» που συχνά αναπαρίσταται ως Άρτεμις μαζί με το σύντροφό της που μεταγενέστερα ονομάστηκε Άδωνης. Το γεγονός ότι ο Άδωνης ήταν γνωστός ως ο «Θεός των Ζώων» εξηγεί γιατί αναπαρίσταται κάποιες φορές ως Ηρακλής και άλλοτε ως Παν. Είναι γεγονός ότι οι Αρχαίοι Κύπριοι δανείζονταν θρησκευτικά σύμβολα από διάφορα μέρη για να αναπαραστήσουν τους δικούς τους θεούς.

Εντοπίστηκε αρχαία βιοτεχνική περιοχή
Φέτος εντοπίστηκε, επίσης, η ελληνιστική βιοτεχνική περιοχή στα ανατολικά του δρόμου που οδηγεί στο σύγχρονο χωριό Λύμπια. Η περιοχή αυτή βρίσκεται ακριβώς κάτω από το χώρο του ιερού του Άδωνη και δεν είναι τυχαίο που εδώ βρέθηκε μεγάλος αριθμός θραυσμάτων από γλυπτά. Τα αγαλματίδια πιθανόν να κύλησαν από τον ιερό χώρο που βρίσκεται σε ψηλότερο επίπεδο.

Κατά τη δεκαετία του 1970, η προηγούμενη αμερικανική αποστολή εντόπισε τη μεγάλη επιχρισμένη λεκάνη που βρίσκεται στο χώρο αυτό και τη συνέδεσε με συγκρότημα λουτρών που πιθανόν να αποτελούσε τμήμα ρωμαϊκής έπαυλης ή κάποιου άλλου ρωμαϊκού κτίσματος. Οι πρόσφατες έρευνες, όμως, δείχνουν ότι πρόκειται για ελληνιστικές βιοτεχνικές εγκαταστάσεις πιθανόν προορισμένες για την επεξεργασία υφασμάτων. Κάθε άκρο της λεκάνης, που έχει διαστάσεις 6Χ7 μέτρα, φέρει υποδοχές στις οποίες φαίνεται να τοποθετούνταν ξύλινες ράβδοι για να απλώνεται το ύφασμα ή το μαλλί σε υγρό και να βάφεται ή για την παραγωγή τσόχας. Το επόμενο έτος η αποστολή σκοπεύει να ερευνήσει τα όρια του ιερού των δύο θεοτήτων και το ελληνιστικό βιοτεχνικό συγκρότημα και να εντοπίσει τα πιο πρώιμα αρχαιολογικά στρώματα του Τεμένους του Άδωνη.

Τα πρωιμότερα ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή Ιδαλίου χρονολογούνται στην 7η και 5η χιλιετία π.Χ. Από τον 18ο μέχρι τον 11ο αι. π.Χ., στη Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού, διάφοροι οικισμοί ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με τις γειτονικές περιοχές της Μεσογείου και από τότε η περιοχή κατοικήθηκε αδιάλειπτα μέχρι σήμερα και εξελίχθηκε σε αστικό κέντρο. Αποκορύφωση της οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης ήταν η ίδρυση του Βασιλείου του Ιδαλίου που αναφέρεται για πρώτη φορά στις ασσυριακές γραπτές πηγές του 7ου αι. π.Χ. Το βασίλειο κτίστηκε από το βασιλιά Χαλκάνορα, απόγονο του ιδρυτή της Σαλαμίνας Τεύκρου, ο οποίος ύστερα από χρησμό έκτισε την πόλη του εκεί που θα έβλεπε τον ήλιο. Άνθησε μέχρι τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. όταν η πρωτεύουσα πολιορκήθηκε και κατακτήθηκε από τους Φοίνικες βασιλείς του Κιτίου. Σήμερα, η αρχαία πόλη-βασίλειο του Ιδαλίου έχει μοιραστεί σε διάφορες κοινότητες της περιοχής, με κυριότερη το Δάλι.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ