του Νικήτα Καστή[1]

Το κείμενο αυτό περιγράφει το καθεστώς της εκπαίδευσης μετά το Λύκειο, την τελευταία βαθμίδα της σχολικής εκπαίδευσης, στην Ελλάδα. Χρήσιμο είναι, για τους νέους που εφέτος αποφοίτησαν και είτε έχουν ήδη εξασφαλίσει μια θέση στη δημόσια Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ή αναζητούν άλλες επιλογές σπουδών ή και κατάρτισης, αλλά ακόμη και για όσους πρόκειται να αποφοιτήσουν τα επόμενα ένα ή και δύο χρόνια, να αποκτήσουν μιαν αντιπροσωπευτική εικόνα για τις δυνατότητες που τους προσφέρονται. Είτε συνεχίζοντας να σπουδάζουν σε κάποιο επιστημονικό πεδίο ή αποκτώντας εξειδικευμένες δεξιότητες και γνώσεις «εφαρμογής», για να εισέλθουν το ταχύτερο στον επαγγελματικό στίβο.

Οι προσφερόμενες λοιπόν, στην Ελλάδα, ευκαιρίες εκπαίδευσης και αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης περιλαμβάνουν τα παρακάτω.

Πρώτη επιλογή της πλειοψηφίας των αποφοίτων του Λυκείου αποτελούν τα προγράμματα σπουδών των κρατικών ιδρυμάτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στη χώρα, δηλαδή των Πανεπιστημίων και των Πολυτεχνείων (ΑΕΙ), που έχουν διάρκεια από 8 έως και 12 εξάμηνα, ανάλογα με την Επιστημονική Περιοχή (Σχολή και Τμήμα), καθώς και τα προγράμματα των Ανώτατων Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΤΕΙ), με σχεδόν τετραετή φοίτηση (έως και 8 εξάμηνα, συμπεριλαμβανομένης της πρακτικής άσκησης). Εξαντλητική και επιστημονικά έγκυρη παρουσίαση των προγραμμάτων αυτών (με τα επιστημονικά αντικείμενα, την οργάνωση των σπουδών, σύνδεση με μεταπτυχιακές σπουδές και επαγγελματικά πεδία κ.α.) μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να βρει στη διαδικτυακή διεύθυνση http://studies.protovoulia.org.

Η ολοκλήρωση των σπουδών στα ιδρύματα αυτά οδηγεί στην απόκτηση Πτυχίου (τίτλου σπουδών), που αναγνωρίζεται ακαδημαϊκά ως ισοδύναμης ποιότητας του τίτλου Bachelor[2], από όλα σχεδόν τα εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο.

Τα προγράμματα αυτά και τα αντίστοιχα πτυχία ομαδοποιούνται σε Επιστημονικές Περιοχές, με βάση το διεθνές σύστημα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (βαθμίδες ISCED 5-6). Και περαιτέρω, με βάση το σύστημα εξετάσεων εισαγωγής στα Ελληνικά ΑΕΙ-ΑΤΕΙ, με την αντιστοίχιση με τις «ομάδες» γνωστικών αντικειμένων («μαθημάτων») και τις λεγόμενες «κατευθύνσεις», οι σπουδές ομαδοποιούνται στα επιμέρους «πεδία», όπως προσδιορίζονται από το Υπουργείο Παιδείας και βρίσκονται στο μηχανογραφικό δελτίο. Το οποίο οι τελειόφοιτοι του Λυκείου συμπληρώνουν δηλώνοντας τις προτιμήσεις τους για την εισαγωγή στα αντίστοιχα Τμήματα των ΑΕΙ και ΑΤΕΙ.

Στη βαθμίδα της μεταλυκειακής εκπαίδευσης ανήκουν και τα προσφερόμενα προγράμματα σπουδών από τους ιδιωτικούς φορείς, τα Κολλέγια και τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών. Προγράμματα τα οποία, στις περισσότερες περιπτώσεις, οδηγούν υποτίθεται στην απόκτηση πιστοποιητικού (τίτλου σπουδών) ακαδημαϊκά ισοδύναμου με το πτυχίο τριετούς φοίτησης (Bachelor)[3], δεδομένου ότι τα προγράμματα αυτά προσφέρονται σε συνεργασία με Ευρωπαϊκά κυρίως αλλά και Αμερικανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, ώστε να διασφαλίζονται υποτίθεται ορισμένα ελάχιστα ποιότητας.

Εδώ χρειάζεται να αποσαφηνίσουμε ορισμένα σημεία, ώστε οι νέοι και οι οικογένειές τους να μπορέσουν να ξεκαθαρίσουν τις δυνατές προοπτικές, παραμερίζοντας τον άσκοπο «πολιτικό» και «επιχειρηματικό» ανταγωνισμό. Με βάση λοιπόν τα ισχύοντα και τις πρόσφατες ρυθμίσεις που η σύνοδος των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και τα Υπουργεία Παιδείας της ΕΕ προσυπογράφουν, η τριετής (κατ’ ελάχιστον) φοίτηση και η απόκτηση τίτλου σπουδών (Bachelor) από δημόσιο ή ιδιωτικό «αναγνωρισμένο» σε κράτος μέλος της ΕΕ ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αναγνωρίζεται καταρχήν ως επαρκούς ακαδημαϊκής ποιότητας. Από την άλλη, επισημαίνουμε ξανά (όπως και στην υποσημείωση 3) ότι η ακαδημαϊκή αυτή αναγνώριση αποτελεί εντέλει, στο όνομα της πανεπιστημιακής αυτονομίας, απόφαση κάθε ιδρύματος χωριστά, στο οποίο ο ενδιαφερόμενος επιθυμεί να συνεχίσει τις σπουδές του, στο ίδιο ή και ανώτερο επίπεδο.

Σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένο ότι η θέση των ελληνικών εκπαιδευτικών αρχών (Υπ. Παιδείας) είναι αυτή της «μη αναγνώρισης» – με επίκληση συνταγματικού κωλύμματος -, έτσι και τα ελληνικά ΑΕΙ και ΑΤΕΙ ακολουθούν τη θέση αυτή, και δεν αναγνωρίζουν ακαδημαϊκά τους τίτλους που απονέμουν οι ιδιωτικοί φορείς. Εντέλει, όσοι νέοι επιλέγουν να παρακολουθήσουν μετά το Λύκειο προγράμματα σπουδών σε ιδιωτικό φορέα μεταλυκειακής (τριτ/θμιας) εκπαίδευσης, πρέπει να γνωρίζουν ότι, εφόσον το επιθυμούν, θα μπορούν ενδεχομένως να συνεχίσουν τις σπουδές τους μόνον σε κάποιο ίδρυμα εκτός Ελλάδας ή, βέβαια, και σε μη κρατικό ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες απασχόλησης, τις οποίες η απόκτηση ενός τίτλου σπουδών από μη κρατικό φορέα στην Ελλάδα φέρεται να διασφαλίζει, επισημαίνεται ότι, με βάση το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οι ελληνικές αρχές υποχρεώνονται να προσαρμόσουν το θεσμικό πλαίσιο στη χώρα. Έτσι ώστε οι κάτοχοι αυτών των τίτλων σπουδών, να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες (δυνατότητες) απασχόλησης με αυτές των πτυχιούχων των δημόσιων ΑΕΙ και ΑΤΕΙ (χαρακτηριστική περίπτωση η απασχόληση στον δημόσιο τομέα).

Για όσους νέους δεν ενδιαφέρονται να σπουδάσουν και να αποκτήσουν περαιτέρω επιστημονικές γνώσεις, πριν από την είσοδό τους στον επαγγελματικό στίβο, γι’ αυτούς ως εναλλακτική προσφέρονται τα προγράμματα (αρχικής) επαγγελματικής κατάρτισης, των δημόσιων και των πιστοποιημένων ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ), με έδρα σε όλους τους νομούς της ελληνικής επικράτειας. Τα ΙΕΚ έρχονται να βοηθήσουν τους νέους εκείνους που δίνουν προτεραιότητα στην ταχύτερη είσοδό τους στον επαγγελματικό στίβο, έτσι ώστε αυτοί να αναβαθμίσουν συγκεκριμένες (ανά ειδικότητα) τεχνικές και επαγγελματικές δεξιότητες και να προετοιμασθούν κατάλληλα για να βελτιώσουν τις προοπτικές άμεσης απασχόλησής τους.

Τέλος, στις μετά το Λύκειο ευκαιρίες εκπαίδευσης περιλαμβάνονται και οι διάφορες μορφές μη τυπικής εκπαίδευσης, των λεγόμενων προγραμμάτων «ελευθέρων σπουδών». Τα οποία δεν αποσκοπούν ούτε στην απόκτηση επιστημονικών γνώσεων, όπως στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αλλά ούτε και στην επαγγελματική κατάρτιση και εξειδίκευση (αρχική επαγγελματική κατάρτιση). Τα προγράμματα αυτά, τα οποία προσφέρονται από ιδιωτικούς φορείς, που συχνά φέρουν τον τίτλο του «Εργαστηρίου Ελεύθερων Σπουδών», σκοπεύουν στην καλλιέργεια ιδιαίτερων καλλιτεχνικών ενδιαφερόντων και κλίσεων, έτσι ώστε όσοι τα ολοκληρώνουν να μπορούν να αξιοποιήσουν τις καλλιτεχνικές αυτές δεξιότητες και κλίσεις, ως επαγγελματικές ικανότητες (προσόντα) για την μελλοντική τους απασχόληση (εργασία) – βλέπε εκπαίδευση στην τέχνη της δραματουργίας, της φωτογραφίας, της σκηνοθεσίας, χειροτεχνίας, χαρακτικής κ.α.

[1] Ο Δρ Νικήτας Καστής είναι Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Ομίλου Μελετών «Δίκτυο ΜΕΝΩΝ».

[2] Τα ελληνικά “Πολυτεχνεία” (“Τεχνολογικά Πανεπιστήμια”) και οι Πολυτεχνικές Σχολές των Πανεπιστημίων καθώς και τo Γεωπονικό Πανεπιστήμιο  (μετά από φοίτηση 10 εξαμήνων) και οι Ιατρικές Σχολές (εξαετούς φοίτησης), επιδιώκουν ώστε οι τίτλοι σπουδών που απονέμουν να αναγνωρισθούν ως μεταπτυχιακοί τίτλοι, κατά το σύστημα ακαδημαϊκής “αναγνώρισης” τίτλων σπουδών των Ευρωπαϊκών ιδρυμάτων τριτ/θμιας εκπ/σης.

[3] Διευκρινίζεται ότι, γενικότερα, η “ακαδημαϊκή αναγνώριση” των τίτλων σπουδών εξυπηρετεί τη μετεγγραφή μεταξύ των προγραμμάτων σπουδών της ίδιας βαθμίδας και βέβαια τη συνέχιση σε προγράμματα σπουδών μεταπτυχιακού επιπέδου. Αλλά, επισημαίνεται ότι αυτή η αναγνώριση δεν είναι “αυτόματη” και ότι καθορίζεται εντέλει από το ίδρυμα στο οποίο ο υποψήφιος φοιτητής επιθυμεί να σπουδάσει. Δηλαδή, ακόμη και όταν υπάρχουν “κανόνες αναγνώρισης” που ορίζονται από τις εκπαιδευτικές αρχές κάθε Ευρωπαϊκής χώρας, ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα έχει τον τελικό λόγο για την αναγνώριση της ποιότητας (επιπέδου) του τίτλου που ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει. Με απλά λόγια, ένα καλό (υψηλών απαιτήσεων) Ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο δεν αναγνωρίζει εύκολα τίτλους σπουδών που απονέμονται από έναν οποιονδήποτε φορέα, ο οποίος φέρεται ότι προσφέρει σπουδές τριτ/θμιας εκπ/σης. Αυτό αποτελεί και το συγκριτικό πλεονέκτημα των κρατικών (δημόσιων) ιδρυμάτων τριτ/θμιας εκπ/σης στην Ελλάδα.

in.gr